Γράφει ο Ανδρέας Σεβιτσέγκος.

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθήσαμε δύο εξαιρετικά ενδιαφέροντες αγώνες. Η Μπαρτσελόνα απέναντι στη Μπάγερν Μονάχου και η Μάντσεστερ Σίτι απέναντι στη Λυών πάλεψαν για δύο εισιτήρια στους ημιτελικούς του Champions League. Και οι δύο αυτοί αγώνες πρόσφεραν εξαιρετικό θέαμα στο φίλαθλο κοινό.

Θα θέλαμε εδώ να σχολιάσουμε όχι τόσο ποδοσφαιρικά τους δύο αγώνες αλλά να εκφράσουμε ορισμένους προβληματισμούς με αφορμή αυτούς.

Ο πρώτος χρονικά αγώνας, ανάμεσα στην Μπαρτσελόνα και την Μπάγερν έληξε με την εμφατική νίκη με 8-2 (!) υπέρ των Βαυαρών ένα σκορ πραγματικά εξευτελιστικό για την -κατά κάποιους- καλύτερη ομάδα της δεκαετίας.

Μπορεί κάποιος να θεωρήσει τον αγώνα αυτό μια ατυχή στιγμή; Θα μπορούσε, αν η Μπαρτσελόνα δεν ήταν κατά τη γνώμη μας σε πτώση, εδώ και αρκετά χρόνια.

Βεβαίως οι ομάδες έχουν τα σκαμπανεβάσματα τους. Βεβαίως περνάνε και εκείνες το «άστρο» τους -ιδιαίτερα όταν μιλάμε για επιχειρήσεις στην ουσία, επιχειρήσεις πολλών δεκάδων εκατομμυρίων, αυτό το άστρο είναι χρυσό- και άλλοτε βρίσκονται σε ανοδική ή καθοδική πορεία, σε σχέση με το παγκόσμιο ποδοσφαιρικό status quo.

Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, η κρίση της Μπαρτσελόνα δεν είναι ούτε έλλειψη ρευστού, ούτε έλλειψη ταλαντούχων παιχτών. Είναι έλλειψη ομάδας, με όλη τη σημασία και τις -ποδοσφαιρικές- έννοιες της λέξης, που περιλαμβάνει κυρίως, όχι μόνο το άθροισμα των ξεχωριστών ποδοσφαιριστών, αλλά το συνολικό δέσιμο, την χημεία, το «ένας για όλους και όλοι για έναν». Διότι μπορεί ο Γκριεζμάν να είναι καλύτερος απ’ τον Γκνάμπρυ, και ο Τζόρντι Άλμπα καλύτερος απ’ τον Ντέιβις, αλλά σαν σύνολο, τόσο η απόδοση του κάθε ξεχωριστού ποδοσφαιριστή, όσο και η συνολική απόδοση της ομάδας, είναι αυτή που μετράει.

Αν μη τι άλλο, αυτό φάνηκε πολύ εμφατικά, στο πρώτο μισάωρο του αγώνα. Ένας Μέσι λοιπόν δεν φέρνει την άνοιξη. Η άποψη του γράφοντος -μολονότι δεν είναι ούτε οπαδός, ούτε καν συμπαθών της συγκεκριμένης- είναι ότι η Μπάγερν, αυτή τη στιγμή παίζει ίσως το πιο ολοκληρωμένο ποδόσφαιρο, μαζί με τη Λίβερπουλ. Και αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο το οποίο την έχει σπρώξει έως τους «4» της κορυφαίας ευρωπαϊκής διοργάνωσης.

Ο αγώνας ανάμεσα στη Μάντσεστερ Σίτι και την Λυών, διεξήχθη το βράδυ του Σαββάτου και έληξε με την νίκη-πρόκριση της γαλλικής ομάδας. Αναμφισβήτητα μεγάλο μέρος έπαιξε και η τύχη. Είναι όμως εκείνη ο καθοριστικός παράγοντας; Νομίζουμε πως όχι.

Και επειδή με τα «αν» δε βοηθά κάνεις στην ουσιαστική εξαγωγή συμπερασμάτων, ας σταθούμε στα εξής: 1) ποιος ήθελε περισσότερο τη πρόκριση και έβγαλε περισσότερο πάθος στον αγώνα; 2) ποιος έπαιξε πιο αποτελεσματικά; Νομίζουμε ότι και στα δύο ερωτήματα, η απάντηση είναι «η Λυών». Δεν συμμεριζόμαστε καθόλου τη λογική που υπάρχει διάχυτη στη κοινωνία ότι «το δίκαιο το έχει ο ισχυρός». Αυτή η λογική στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών και στη περίπτωση μας εκφραζόταν με την άποψη πως η Σίτι, των άφθονων εκατομμύριων πετροδολαρίων, «λογικά» εδικαιούτο να προκριθεί.

Ωστόσο η (ποδοσφαιρική) ζωή είναι πολύ πιο πολυποίκιλη απ’ ό,τι την περιμένουν -και θα την ήθελαν- κάποιοι. Και πού και πού -πιστεύουμε τα επόμενα χρόνια σε ακόμη μεγαλύτερη συχνότητα τόσο στη μπάλα, όσο και ακόμη περισσότερο στα «γήπεδα» της κοινωνικής και πολιτικής ζωής- ο Δαυίδ κερδίζει τον Γολιάθ.

Θεωρούμε λοιπόν ότι η νίκη της Λυών μάς προσφέρει δύο χρήσιμα συμπεράσματα: 1) δεν νικάει πάντα ο ισχυρός 2) με πίστη στις δυνάμεις σου, με αυτοθυσία και οργανωμένο σχέδιο, μπορείς να πετύχεις περισσότερα απ’ όσα υπολόγιζες εξαρχής.

Κάναμε αυτό το σημείωμα για να καταλήξουμε στα εξής, τα οποία καταθέτουμε ως σκέψεις για παραπέρα προβληματισμό:

  1. Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, με τους γνωστούς συσχετισμούς και τις γνωστές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το λαϊκό κίνημα είναι καλό να υπενθυμίζουμε αξίες όπως η συλλογικότητα, η αυτοθυσία, η αλληλεγγύη κοκ. Ο αθλητισμός, και πρωτίστως η μπάλα, ή το «όπιο των φτωχών» κατ’ άλλους, μπλεγμένη μέσα στη δίνη των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, έχει καταστεί ένα πανάκριβο εμπόρευμα για τη πλατιά πλειοψηφία της νεολαίας.
  2. Βασική προϋπόθεση για να ξεκινούν να αλλάζουν τα πράγματα, προς όφελος του λαϊκού αθλητισμού είναι η συνειδητοποίηση των αξιών που αναφέραμε παραπάνω. Από απλές λέξεις, που τις αντιμετωπίζουμε κυρίως με συναισθηματισμό, να γίνουν προτάγματα αγώνα για μια πραγματικά άλλη πολιτική στον αθλητισμό, με στροφή προς τα ερασιτεχνικά σωματεία και περιορισμό της επιχειρηματικής δράσης, με γήπεδα, πάρκα και εγκαταστάσεις ποιοτικές, προσβάσιμες στο λαό χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Διότι, για να πάρουμε για παράδειγμα την ομάδα που υποστηρίζει ο γράφων, μπορεί τα παιδιά στη Νέα Φιλαδέλφεια να μην έχουν χώρους άθλησης, ωστόσο πανηγυρίζουν και νιώθουν περήφανα για το νέο γήπεδο που χτίζει ο Μελισσανίδης.
  3. Δεν τρέφουμε βέβαια αυταπάτες, ότι αυτά που αναφέραμε παραπάνω είναι αρκετά για μια άλλη πολιτική στον αθλητισμό συνολικά. Για να μπορέσει σήμερα να αναπτυχθεί και αυτός ο πολύ σημαντικός τομέας πρέπει να βγει απ’ τη ρίζα το πρόβλημα που δεν είναι άλλο από το κέρδος, και δη το καπιταλιστικό κέρδος. Αυτό αποτελεί το βασικό και ανυπέρβλητο εμπόδιο, ώστε να καλυφθεί η σύγχρονη ανάγκη του λαού και της νεολαίας για μαζικό φθηνό αθλητισμό. Όποιος δε μας πιστεύει, δεν έχει παρά να δει τα επιτεύγματα της -πάλαι ποτέ- ΕΣΣΔ σε αυτό το τομέα.