Γράφει ο Θανάσης Κανιάρης.

Η αρχική σκέψη για τη γραφή του άρθρου αυτού, ήταν μια κριτική τοποθέτηση στο νέο αναπτυξιακό νόμο που κατέθεσε πρόσφατα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Το θέμα όμως της ανάπτυξης, της καπιταλιστικής ανάπτυξης, έχει ευρύτερες διαστάσεις και ως πρόβλημα αγγίζει πλέον την καρδιά του παγκόσμιου καπιταλισμού. Το ερώτημα που χρήζει απάντησης, είναι εάν και για πόσο χρονικό διάστημα ακόμη, η οικονομία που στηρίζεται στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργατικής δύναμης, θα μπορεί να αναπτύσσεται ή εάν υπάρχει κάποιο όριο της καπιταλιστικής μεγέθυνσης, το οποίο, λόγω των εσωτερικών αντιφάσεων που εκδηλώνονται στο προτσές παραγωγής και κυκλοφορίας του κεφαλαίου, δεν μπορεί να υπερβεί.

 Η παραγωγικότητα της εργασίας και οι αντιφάσεις της

Για να προσεγγίσουμε το πρόβλημα, θα καταφύγουμε στην παραγωγική οικονομία, όπου λαμβάνει χώρα η αναπαραγωγή της αξίας και η παραγωγή της υπεραξίας, η οποία αποτελεί σκοπό και μέσο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής.

Για να γίνει πιο απτός ο συλλογισμός μας για τον αντιφατικό ρόλο της παραγωγικότητας της εργασίας στο περιβάλλον των κεφαλαιοκρατικών παραγωγικών σχέσεων, θα χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα από την γεωργική οικονομία που αφορά την εξέλιξη της τεχνικής βάσης στη συγκομιδή του σταριού.

Οι ηλικίες των 70άρηδων θα θυμούνται ασφαλώς ότι ως τις αρχές της δεκαετίας του 60, ο θερισμός του σταριού γινόταν με το δρεπάνι, το τιμημένο αυτό σύμβολο της εργατοαγροτικής συμμαχίας.

Για να θερίσουν 10 εργάτες 100 στρέμματα καλλιεργημένα με στάρι, με τη χαμηλή τεχνική βάση της εποχής ( με τη χρήση δρεπανιού), έπρεπε να δουλεύουν 10 ώρες την ημέρα, επί 7 ημέρες την εβδομάδα, επί 45 ημέρες ( ο θερισμός ξεκίναγε από τις αρχές του Ιούνη και ολοκληρώνονταν στα μέσα του επόμενου Ιούλη).

Και επειδή η αξία του προϊόντος (εμπορεύματος), καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που αυτό ενσωματώνει, στο παράδειγμα μας, για τον θερισμό 100 στρεμμάτων σταριού, απαιτούνταν 4.500 ώρες εργασίας. Και επειδή την εποχή εκείνη, η χημεία δεν είχε εμφανιστεί στο προσκήνιο (χρήση λιπασμάτων, φαρμάκων κλπ), η παραγωγικότητα της εργασίας ήταν χαμηλή. Κάθε στρέμμα, ζήτημα ήταν αν απέδιδε 100 κιλά σταριού. Επομένως για την συγκομιδή 10 τόνων σταριού ( 100 κιλά ανά στέμμα επί 100 στρέμματα) απαιτούνταν 4.500 ώρες εργασίας ή 45 λεπτά της ώρας για τη συγκομιδή ενός κιλού σταριού.

Από τη νέα αυτή αξία που προσέθεταν με την εργασία των 4.500 ωρών, στο προϊόν οι εργάτες γης, ζήτημα είναι αν οι μισθοί τους αντιστοιχούσαν σε 500 ώρες εργασίας. Οι υπόλοιπές 4.000 ώρες αποτελούσαν την υπεραξία, την οποία μοιράζονταν ο καλλιεργητής ιδιοκτήτης, το εμπορικό κεφάλαιο και οι τράπεζες, οι οποίες και τότε χορηγούσαν καλλιεργητικά δάνεια.

Ιστορικά έχει αποδειχτεί, ότι σε συνθήκες χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας (πρώιμο στάδιο του καπιταλισμού), η απόσπαση υπεραξίας συντελείται μέσω των πολύ χαμηλών μισθών και την επέκταση της εργάσιμης ημέρας.

Στον καπιταλισμό όμως, σε αντίθεση με τους προηγούμενους   κοινωνικούς – οικονομικούς σχηματισμούς, που είχε γνωρίσει στο παρελθόν η ανθρωπότητα, η τεχνική βάση είναι επαναστατική. Το ίδιο το εκμεταλλευτικό σύστημα, δεν μπορεί να ζει, χωρίς να επαναστατικοποιεί συνεχώς την τεχνική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται.

Ήταν επομένως θέμα χρόνου, να περάσουμε από την εποχή του δρεπανιού (χαμηλή τεχνική βάση) στην εποχή των μεγάλων θεριζοαλωνιστικών μηχανών, τους γεωργικούς ελκυστήρες (τρακτέρ) των 100 – 150 ίππων, τις γεωτρήσεις βάθους 300 – 400 και 500 μέτρων και την εκτεταμένη χρήση των αποτελεσμάτων της χημείας στη γεωργική οικονομία.

Αποτέλεσμα όλων αυτών των επαναστατικών τεχνικών αλλαγών, ήταν, 100 στρέμματα με σιτηρά, να θερίζονται σήμερα σε 20 μόλις ώρες, το δε στάρι να μεταφέρεται κατευθείαν στις καρότσες των τρακτέρ, τα οποία στη συνέχεια το αδειάζουν στα σιλό της περιοχής.

Σαν αποτέλεσμα των αλλαγών στη τεχνική βάση της παραγωγής, τις νέες μέθοδες ύδρευσης, τη χρήση της χημείας και τη δημιουργία νέων υβριδίων σταριού, έχει αυξηθεί εντυπωσιακά και ο όγκος της παραγωγής. Ενώ στο παρελθόν μετά βίας ένα στρέμμα απέδιδε 100 κιλά στάρι, σήμερα αποδίδει 250 – 300 ή και 400 κιλά, ενώ σε άλλες χώρες της Ευρώπης η απόδοση έχει φτάσει έως και 800 κιλά ανά στρέμμα.

Το τρίτο που πρέπει να σημειωθεί, ότι οι αλλαγές αυτές επιτρέπουν την επέκταση της παραγωγής. Ένας παραγωγός σήμερα, με τη βοήθεια της επιστήμης, άνετα μπορεί να καλλιεργήσει 400 – 500 ή και 1.000 στέμματα με σιτηρά, με τη χρησιμοποίηση ελάχιστων εργατικών δυνάμεων. Αποτέλεσμα όλων αυτών των αλλαγών, είναι η εντυπωσιακή αύξηση του όγκου της παραγωγής. Ενώ στο παρελθόν η καλλιέργεια 100 στρεμμάτων, απέδιδε 10 τόνους στάρι, σήμερα αποδίδει 40 τόνους, οι οποίοι άνετα – με την επέκταση της παραγωγής – μπορούν να αυξηθούν στους 200 ή και στους 400 τόνους.

Θα μπορούσε να πει κάποιος, όλα καλά. Η εντυπωσιακή αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, έχει σαν αποτέλεσμα, με τη χρήση ελάχιστων εργατικών δυνάμεων να παραγάγουμε ένα πολλαπλάσιο οικονομικό αποτέλεσμα, το οποίο επαυξάνεται με την επέκταση της παραγωγής.

Σε επίπεδο κοινωνίας αυτό όντος συμβαίνει. Μέσα όμως στο κέλυφος των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τον καπιταλιστή δεν τον ενδιαφέρει να παραγάγει πράγματα χρήσιμα για την κοινωνία. Το μοναδικό που τον ενδιαφέρει, είναι, αν τοποθετήσει σε μία σφαίρα παραγωγής το κεφάλαιο του, τι απόδοση θα έχει. Και επειδή η απόδοση του κεφαλαίου, το κέρδος, η υπεραξία, έχουν την ίδια μήτρα, την εκμετάλλευση της ζωντανής εργατικής δύναμης, στο σημείο αυτό αρχίζουν τα δύσκολα.

Στο παρελθόν, από 4.500 ώρες εργασίας, απομυζούσε υπεραξία 4.000 ωρών. Σήμερα, με τη χρήση των νέων τεχνικών μεθόδων, το ίδιο αποτέλεσμα - ο θερισμός 100 στρεμμάτων με σιτηρά – απαιτεί μόλις 60 ώρες ζωντανής εργασίας ( 20 ώρες ο οδηγός της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και άλλες 40 ώρες οι δύο οδηγοί των τρακτέρ που εναλλάσσονται στη διάρκεια της συγκομιδής).

Αν από τις 60 αυτές ώρες, οι 15 αντιστοιχούν στους μισθούς των τριών εργατών – χειριστών, απομένουν 45 ώρες υπερεργασίας, η οποία αποτελεί τη βάση της υπεραξίας, που μοιράζεται ανάμεσα στον καλλιεργητή, το εμπορικό και τραπεζικό κεφάλαιο.

Ακόμα και αν η παραγωγή πενταπλασιαστεί ή και δεκαπλασιαστεί, οι 60 ώρες ζωντανής εργασίας θα αυξηθούν στις 300 ή τις 600, ενώ, για να συνεχίσει ο κεφαλαιοκράτης να απομυζάει, όπως στο παρελθόν, 4.000 ώρες υπεραξίας, θα πρέπει να αυξήσει την παραγωγή του, κατά κάτι λιγότερο από 9.000%!!!

Η επέκταση όμως της παραγωγής στον καπιταλισμό, έχει ορισμένα αξεπέραστα όρια, δεδομένου, ότι οι σχέσεις κατανάλωσης έχουν ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Δεν μπορείς να έχεις όσα θα ήθελες νάχεις, άλλα όσα μπορείς να αγοράσεις. Αν η αγοραστική ικανότητα της κοινωνίας, δεν μπορεί να απορροφήσει το σύνολο της παραγωγής, τότε αυξάνει το στοκ των επιχειρήσεων, το οποίο αποτελεί τη βάση των κρίσεων υπερπαραγωγής.

Η 4η βιομηχανική επανάσταση!

Χρησιμοποιήσαμε το εκτενές αυτό παράδειγμα, για να καταδείξουμε την συνθετότατα και τις αντιφάσεις που αναπτύσσονται στη βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Ένα τύπο παραγωγής που από την αρχή της εμφάνισης της, την συνοδεύει σαν ακοίμητος φρουρός, ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Νόμος, ο οποίος λειτουργεί ακριβώς, επειδή ο καπιταλισμός, είναι αναγκασμένος να επαναστατικοποιεί συνεχώς την τεχνική βάση παραγωγής, με αποτέλεσμα να αλλάζει συνεχώς η σχέση ζωντανής και «νεκρής» εργασίας, σταθερά υπέρ της δεύτερης.

Όταν μιλάμε για «νεκρή» εργασία, αναφερόμαστε στο πάγιο και κυκλοφοριακό κεφάλαιο ( κτήρια, μηχανές, πρώτες και δευτερεύουσες ύλες), τα οποία έχουν ενσωματώσει στο παρελθόν ( την περίοδο της κατασκευής τους) εργασία, η οποία στο σημερινό παρόντα χρόνο θεωρείται ως παρωχημένη, συντελεσμένη, η πραγματοποιημένη (εργασία).

Πηγή όμως της υπεραξίας, είναι πάντα η ζωντανή εργασία, η εργασία που συντελείται στον παρόντα χρόνο. Και αυτό είναι σήμερα, το δυσεπίλυτο πρόβλημα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Οσο πιο ώριμος γίνεται ο τελευταίος, τόσο περισσότερο αυξάνει η «νεκρή» εργασία, σε βάρος της ζωντανής, τόσο πιο πολύ περιορίζεται η βάση παραγωγής της υπεραξίας. Αν πριν 200 χρόνια – όταν το βιομηχανικό κεφάλαιο βρισκόταν στα σπάργανα και έκανε τα πρώτα του βήματα – η λειτουργία μιας επιχείρησης απαιτούσε το 60 ή και 70% του κεφαλαίου να δίνεται σε μισθούς και το υπόλοιπο 30 – 40% για κτήρια, μηχανές, πρώτες ύλες κλπ, η σχέση αυτή σήμερα έχει αλλάξει δραματικά. Η υλική υποδομή απορροφά σήμερα το 90 ή και 95% του αρχικού κεφαλαίου, ενώ για μισθούς δίνεται μόλις το 5 ή 10%. Και η αναλογία αυτή ανατρέπεται συνεχώς υπέρ του πρώτου παράγοντα και σε βάρος του δεύτερου.

Στη φετινή σύνοδο του Νταβός στις 20 -23 Γενάρη, το θέμα που κυριάρχησε, ήταν «η 4η βιομηχανική επανάσταση», τα χαρακτηριστικά της οποίας θα είναι η εκτεταμένη χρήση της ρομποτικής και των μηχανών τεχνητής νοημοσύνης (Artificial Intelligence) όχι μόνο στη βιομηχανία, αλλά πλέον και σε σημαντικό μέρος των υπηρεσιών.

Πέραν των δραματικών συνεπειών που θα έχει για τους εργαζόμενους η χρήση των νέων αυτών τεχνολογιών (προβλέπεται ότι θα χαθούν περί τα 7,5 εκατ. θέσεις εργασίας) και τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των ανεπτυγμένων και των αναπτυσσόμενων καπιταλιστικά χωρών, αυτή καθ΄ εαυτή η χρήση τους, θα οξύνει τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις σε όλη την κλίμακα της παραγωγής και της κυκλοφορίας του κεφαλαίου.

Μπορούμε να φανταστούμε μία μεγάλη μονοπωλιακή εταιρία στη σφαίρα της βιομηχανίας που σε όλες τις φάσεις της παραγωγής, θα έχει αντικαταστήσει τους εργάτες με ρομπότ; Τι θα συμβεί τότε; Η παραγωγικότητα της εργασίας θα εκτιναχτεί και ασύλληπτα επίπεδα. Η παραγωγή νέας αξίας; Μηδέν. Κυριολεκτικά μηδέν. Η χρήση των ρομπότ, δεν δημιουργεί νέα αξία στο προϊόν. Μεταφέρει σταδιακά την δική τους αξία στο προϊόν, έχουμε δηλαδή αναπαραγωγή της αξίας σε νέα μορφή. Επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά, ότι νέα αξία και κατά συνέπεια και υπεραξία δημιουργεί μόνο η ζωντανή εργασία.

Αν το ακραίο αυτό παράδειγμα, επεκταθεί σε όλες τις μονοπωλιακές επιχειρήσεις, το αποτέλεσμα θα είναι η ταχύτατη πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους και η γενικευμένη στασιμότητα, δεδομένου ότι το κεφάλαιο δεν θα μπορεί να αναπαραχθεί σε διευρυμένη κλίμακα ( να προκαταβάλει κάποιος επιχειρηματίας χρηματικό κεφάλαιο 100 και μετά από μία πλήρη περιστροφή να επιστρέψει στα χέρια του χρηματικό κεφάλαιο 100 +….).

Και αυτό δεν είναι μία φανταστική κατάσταση. Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης, το κυρίαρχο στοιχείο στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά οικονομίες, είναι η στασιμότητα και στις αναπτυσσόμενες (Κίνα) η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης.

Ο διεθνής καπιταλισμός, είναι ένα πεπερασμένο στο χρόνο και το χώρο κοινωνικό – οικονομικό σύστημα, το οποίο σήμερα διανύει το στάδιο της ιστορικής του παρακμής.

Ποτέ άλλοτε δεν ήταν περισσότερο επίκαιρος ο πρόλογος του Καρόλου Μαρξ στο βιβλίο του: « κριτική της πολιτικής οικονομίας», όπου και επεσήμανε «Σε μια ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξής τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή -πράγμα που αποτελεί μονάχα τη νομική γι' αυτό έκφραση- με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, αργότερα ή γοργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Οταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα τη διάκριση ανάμεσα στην υλική ανατροπή στους οικονομικούς όρους της παραγωγής που μπορούμε να τους διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών επιστημών και στις νομικές, πολιτικές θρησκευτικές καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, κοντολογίς τις ιδεολογικές μορφές μέσα στις οποίες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτή τη σύγκρουση και παλεύουν ως τη λύση της».