Γράφει ο Αμετανόητος.

Περίεργο είναι αυτό

που νομίζουν μερικοί

πως οι ιδέες σκοτώνονται.

Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

17 Νοέμβρη 1973. Πέρασαν κιόλας 43 χρόνια από τον ξεσηκωμό. 43 χρόνια μάς χωρίζουν από κείνες τις μέρες της λαϊκής χειραφέτησης τότε που λαός και νεολαία –κυρίως η δεύτερη- αποφάσισαν να νικήσουν το φόβο της τυρρανίας και να μετρηθούν με την Ιστορία.

Τα έβαλαν με δυνάμεις ασύμμετρα ισχυρότερες, ντόπιες και ξένες. Τη μάχη δεν την κέρδισαν, κέρδισαν όμως τον πόλεμο.

Τα συνθήματα που τους κινητοποίησαν μένουν ακόμα επίκαιρα γιατί μένουν ακόμα ανεκπλήρωτα. Στα 43 χρόνια που πέρασαν, ούτε αρκετό «Ψωμί» έφαγε ποτέ ο εργάτης κι ο αγρότης, ούτε πολλή «Παιδεία» αξιώθηκαν.

Για την «Ελευθερία» ούτε λόγος: Ακόμα εδώ είναι οι «Βάσεις του θανάτου», αυτές που θά’διωχναν οι γιαλαντζί… «συνεχιστές» του Νοέμβρη, ακόμα η χώρα είναι «ένα πεδίο βολής φτηνό που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι», έρμαιο των ορέξεων του ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Ακόμα ο λαός είναι οικονομικά ραγιάς δεμένος στις αλυσίδες των μνημονίων που επέβαλε η «μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια», σκλάβοι και μετανάστες στο «δικό» μας «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι».

Την εξέγερση μπορεί να την κατέστειλαν οι ερπύστριες του τανκ που σάρωσε την πύλη του Πολυτεχνείου. Μα ο Νοέμβρης δεν νικήθηκε. Παραμένει ακόμα το σύμβολο της ενότητας και της αποφασιστικότητας ενός λαού που όταν βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυρρανίας κι έχει να διαλέξει ανάμεσα στις αλυσίδες ή τον ξεσηκωμό, επιλέγει τον δεύτερο.

Στα χρόνια που κύλησαν, πολλοί προσπάθησαν να ευνουχίσουν το μήνυμα του Νοέμβρη, να το διαστρεβλώσουν, να το εξευτελίσουν ή να το φέρουν στα μέτρα τους. Οι «εχθροί» γκαιμπελίστικα πήγαν να πουν στους νεότερους πως το Πολυτεχνείο ήταν μια απλή φοιτητική «κινητοποίηση». Κάποιοι «φίλοι» προσπάθησαν να το καπηλευτούν, να παρουσιαστούν ως συνεχιστές του.

Στο διάβα των χρόνων, παρακρατικές συμμορίες ξεκίνησαν «καταλήψεις» άδειων κτιρίων και εμπρησμούς διδακτηρίων, δρόμων και καταστημάτων για να τρομάζουν τους «νοικοκυραίους» και να δίνουν άλλοθι στα ένστολα αδελφάκια τους να επιτίθενται ενάντια στο λαϊκό κίνημα που με ξέσκεπα και καθαρά πρόσωπα αγωνίζεται ενάντια σε κάθε τυρρανία.

Το Πολυτεχνείο δεν γλύτωσε ούτε από την «τιμή» που τού απέδωσαν όλοι όσοι κυβέρνησαν ορίζοντας τη μοίρα αυτού του τόπου. Στεφάνια με γαρύφαλλα με υψωμένες τις αριστερές γροθιές ως «υπόσχεση συνέχισης του αγώνα» έχουν καταθέσει πολλοί: ο Ανδρέας Παπανδρέου που κράτησε τη χώρα αλυσοδεμένη στο άρμα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Ο Γιώργος Παπανδρέου που αλυσόδεσε τη χώρα στα δεσμά του πρώτου μνημονίου. Κι ο Αλέξης Τσίπρας που υπέγραψε το 3ο και «πρώτη φορά αριστερό» μνημόνιο κι είναι έτοιμος και για το επόμενο, για «να βρουν ανάπαυση» οι νεκροί του Νοέμβρη. Πάλι καλά που δεν κατέθεσε στεφάνι κι ο Μπάρακ Ομπάμα του οποίου το χέρι άφησε ο Αλ. Τσίπρας για να πιάσει το στεφάνι στο Πολυτεχνείο. Αυτό τουλάχιστον το γλυτώσαμε.

Η εξέγερση του 1973 χτυπήθηκε, αμαυρώθηκε, λοιδορήθηκε. Μόνο μπλουζάκι δεν την έκανε το σύστημα όπως τον Τσε (ας ελπίσουμε πως δεν τους δίνουμε ιδέες) . Στο βάθος το ζηλεύουνε αυτό που ρεζιλεύουνε[1] γιατί ποτέ δε μπορούν να το φέρουν στα μέτρα τους. Αντέχει ακόμη. Κι εμπνέει νέες γενιές αγωνιστών, νέες γενιές Ελλήνων. Γιατί όπως έλεγε ο αντισυστημικός Διονύσης (τότε που δεν προέδρευε στην ΕΡΤ), «κουφάλες δεν ξοφλήσαμε!»[2], τα όνειρα των εραστών δεν σβήνουν. Ούτε το όραμα των επαναστατών, το όραμα του Νοέμβρη για ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, για να γίνει επιτέλους ο λαός νοικοκύρης στον τόπο του!

 

 

 

[1] Το πάθος που διώκεται

Σε κουβαλάω απάνω μου
στις ερημιές βαδίζω,
στα σινεμά, στην αγορά
σε κουβαλάω σαν τα μωρά
και κάποιους εμποδίζω.

Σε κουβαλάω απάνω μου
δυο χρόνια δε δουλεύω,
κοιμήσου εδώ προσωρινά
κι αν ρίξει χιόνι στα ορεινά
θα πούμε το πιστεύω.

Το πάθος που διώκεται
δεν πάει να επιδιώκετε
εσείς θα βγειτε λάθος.
Στο βάθος το ζηλεύουμε
αυτό που ρεζιλεύουμε
και μάρτυράς μου ο Άθως.

Σε κουβαλάω απάνω μου
με κλονισμένη υγεία
περνάμε κόσμο και ντουνιά.
Μου λένε οι γύρω παγωνιά
τους λέω η Παναγιά.

 

 

 

[2] Νοέμβρης ‘90

Τη μέρα αυτή που διάλεξα
εδώ μπροστά σας να σταθώ
τραγούδια και μισόλογα
στο φως να καταθέσω

Πώς πήρα τέτοια απόφαση
δεν ξέρω αν θ’ αντέξω
η μέρα αυτή θυμίζει μακελειό

Νοέμβρης ήταν η χρονιά
κι εδώ γινόταν του χαμού
εγώ ήμουν δεκαεννιά
κι αυτή εβδομηντατρία

Και να που ερωτεύτηκα
κάποια χρονολογία
κι ο έρωτας κρατάει για καιρό

Μα έχει ο καιρός γυρίσματα
μεγάλωσε κι αυτή κι εγώ
μεγάλωσαν κι οι φίλοι μου
εκεί γύρω στα σαράντα

Στα κόμματα γαντζώθηκαν
κι εγώ δεν ξέρω τι να πω
και άλλοι στο σπιτάκι τους για πάντα

Η απόσταση μας έσωσε
μα οι θύμησες πληγώνουν
και λέμε σαν βρισκόμαστε
τα ίδια και τα ίδια

Μα νιώθω σαν μικρό παιδί
που πάλι το μαλώσανε
και φεύγω σε μια άγονη επαρχία

Κοιτάζω πάλι πίσω μου
δυο γιους απόκτησα κι εγώ
δεκαεννιά Νοέμβρηδες
μου βάρυναν την πλάτη

Σημαίες και γαρύφαλλα
εμπόριο κι απάτη
και λόγοι επισήμων στο κενό

Κρατάω το στόμα μου κλειστό
τα χείλη μου ματώσανε
κι αυτοί που μας προδώσανε
ανέραστοι να μείνουν

Κουφάλες δεν ξοφλήσαμε
αυτό έχω μόνο να τους πω
τα όνειρα των εραστών δε σβήνουν.