Γράφει ο Αμετανόητος.

Ο κινηματογραφικός επιθεωρητής Χάρι Κάλαχαν[1] υποστήριζε πως «opinions are like assholes, everybody has one» («οι απόψεις είναι σαν τις κ@λ#τρ^π!δες, όλοι έχουν από μια»).

Με βάση το παραπάνω «δόγμα», θα μπορούσε κανείς να πει πως ο χαρακτηρισμός όσων αντιστάθηκαν και βασανίστηκαν από τη χούντα ως «ψυχικά νοσούντων» είναι απλά η κ@λ#τρ^π!δα άποψη της κας Δόμνας Μιχαηλίδου που ειπώθηκε (και βιντεοσκοπήθηκε) στη διάρκεια βιβλιοπαρουσίασης πριν από 1,5 περίπου χρόνο. Λίγοι την άκουσαν κι ακόμα λιγότεροι την στηλίτευσαν, καταφανέστατα επειδή τότε η κα Μιχαηλίδου ήταν ένα πρόσωπο του οποίου οι κ@λ#τρ^π!δες απόψεις δεν ενδιέφεραν κανέναν.

Μόνο που σήμερα δεν είναι πια έτσι. Η κα Δόμνα Μιχαηλίδου είναι υφυπουργός Εργασίας της κυβέρνησης της ΝΔ και μάλιστα αρμόδια για θέματα πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης. Ό,τι λέει και ό,τι κάνει –το θέλουν, δεν το θέλουν- αντανακλά στην κυβέρνηση και το κόμμα που τη στήριξε.

Τα όσα άθλια είπε στη βιβλιοπαρουσίαση για τους αγωνιστές κατά της δικτατορίας μετά βίας μπορούν να δικαιολογηθούν από το νεαρό της ηλικίας της παρότι οι εντυπώσεις της για τη χούντα δεν είναι εμπειρικές αλλά στηρίζονται σε διηγήσεις άλλων και βιβλιογραφία για την εποχή. Κι άλλοι, όμως, δεν είχαν γεννηθεί εκείνη την εποχή αλλά δεν τόλμησαν να αμφισβητήσουν τα ιστορικά γεγονότα. Φυσικά η κα Μιχαηλίδου δεν θα μπορούσε να τα γνωρίζει μέσω των σπουδών της καθώς ούτε στο University of York, ούτε στο Cambridge ούτε και στο Government School του UCL, στα οποία περιφέρεται, διδάσκεται ελληνική ιστορία και μάλιστα της περιόδου 1967-74. Στον ΟΟΣΑ, όπου εργάστηκε η κα Δόμνα, έχουν άλλες έννοιες από τη δικτατορία και τη δημοκρατία. Κατά συνέπεια, η κα Μιχαηλίδου τόσα ξέρει και τόσα λέει για κείνους που μάτωσαν για να μπορεί αυτή και οι όμοιοι της να παρουσιάζουν ελεύθερα τις κ@λ#τρ^π!δες απόψεις τους.

Το πρόβλημα δεν είναι το γιατί και το πώς διέρρευσε τώρα αυτή η κατάπτυστη δήλωση. Τέτοια «πολιτικά» χτυπήματα κατά αντιπάλων είναι αναμενόμενα στον «παράδεισο» του δικομματισμού. Το μεγάλο πρόβλημα είναι πως, από την ώρα που οι χυδαιότητες αυτές δημοσιοποιήθηκαν ευρύτατα, δεν υπήρξε η παραμικρή δήλωση-ανασκευή τους από την υφυπουργό η οποία, δια της σιωπής της, εμμένει στα όσα είπε και συνεχίζει να θεωρεί τους αντιστασιακούς της χούντας «ψυχικά νοσούντες».

Μέχρι στιγμής, η μόνη φωνή υπεράσπισης της ήταν εκείνη του συγγραφέα Απ. Δοξιάδη του οποίου το βιβλίο τότε παρουσίαζε η… «ψυχίατρος» Δόμνα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Απ. Δοξιάδης πήρε πάνω του την ευθύνη υποστηρίζοντας πως τα όσα είπε τότε η σημερινή υφυπουργός ήταν δικές του κ@λ#τρ^π!δες απόψεις που τις είχε δώσει στην κα Μιχαηλίδου κι εκείνη απλώς τις διάβαζε. Με άλλα λόγια, ο κος Δοξιάδης μάς προσφέρει δυο επιλογές: είτε να θεωρήσουμε την υφυπουργό ένα ανιστόρητο φασιστόμουτρο που καθυβρίζει τους αγωνιστές της δικτατορίας, είτε να θεωρήσουμε τον ίδιο ανιστόρητο φασιστόμουτρο και την υφυπουργό ένα φερέφωνο χωρίς γνώσεις και προσωπικότητα που διαβάζει ό,τι της πασάρει ο καθένας.

Από την πλευρά της κυβέρνησης και του κόμματος της ΝΔ συνεχίζεται η σιωπή ενόχου. Μοναδική εξαίρεση ο πρώην βουλευτής Εύβοιας της ΝΔ και έχων πλούσια αντιστασιακή δράση Άγγελος Πνευματικός ο οποίος, με τη ιδιότητα του αντιστασιακού, απευθύνθηκε στη Δόμνα Μιχαηλίδου ξεκαθαρίζοντας πως χάρη «στον Αγώνα των πολεμίων της Χούντας. το αίμα, τα δάκρυα και τον ιδρώτα, των αγωνιστών είσαι σήμερα υπουργός»[2]. Κανείς άλλος. Ούτε καν ο Κ. Μητσοτάκης που κατά δήλωσή του ήταν «πολιτικός κρατούμενος 6 μηνών από τη χούντα» και πέρασε τα πρώτα 6 χρόνια της ζωής του «στην εξορία». Καθόλου τυχαία βέβαια. Ο Κ. Μητσοτάκης γνωρίζει τις απόψεις και το παρελθόν των συνεργατών του και είναι απόλυτα σύμφωνος άρα και υπεύθυνος για τα όσα λένε.

Σε μια χώρα που υπάρχει η στοιχειώδης ευθιξία θα υπήρχαν δηλώσεις συγγνώμης, παραιτήσεις ή ακόμα και αποπομπές. Σε μια τέτοια χώρα το πρόσωπο που βυσσοδομεί κατά της ζωντανής Ιστορίας του τόπου μας δεν θα μπορούσε να παραμείνει υφυπουργός και μάλιστα στον τομέα της πρόνοιας και της κοινωνικής αλληλεγγύης γιατί απλούστατα δεν έχει μέσα του ίχνος σεβασμού και ανθρωπιάς.

Στην Ελλάδα, όμως, ο πρωθυπουργός συνεχίζει τις εξαγγελίες του σα να μην έχει συμβεί το παραμικρό. Προφανώς μηδαμινό είναι γι’ αυτόν και την παράταξή του η απαξίωση της αγωνιστικής ιστορίας αυτού του λαού. Φαινόμενο προς αποφυγή ο αγώνας. «Ψυχική νόσος» η αντίσταση. Γι’ αυτό επιτρέπει σε ανιστόρητα «νούμερα» με πανεπιστημιακά πατσαβούρια να σκυλεύουν την Ιστορία αυτού του λαού. Και τα περιβάλλει με τη στήριξη του.

Αυτός και οι συνεργάτες του, μέσα από την απαξίωση των αγώνων και τη γελοιοποίηση κάθε έννοιας αντίστασης, ελπίζουν να χτίσουν την κοινωνία των παθητικών υποτακτικών που ονειρεύονται. Γι’ αυτό η ΝΔ (και όχι μόνο αυτή) έχει βαλθεί να απαξιώνει κάθε έννοια συλλογικότητας και δράσης. Από τα χρόνια του Κωνσταντίνου Καραμανλή του Α’ η ΝΔ έχει απονείμει στον εαυτό της τον τίτλο του εθνικού μας ψυχίατρου. Ο ίδιος ο γεννήτοράς της είχε χαρακτηρίσει τη χώρα «ένα απέραντο φρενοκομείο». Τώρα τη σκυτάλη παίρνει η ευνοούμενη του Κ. Μητσοτάκη και ξεκαθαρίζει πως δεν είναι ψυχικά ασθενείς όλοι οι έλληνες αλλά μόνο όσοι αντιστέκονται και παλεύουν.

Πολύ σύντομα θα δοκιμαστεί πράγματι η εθνική μας παράνοια όταν στην εκδήλωση για την αποκατάσταση της δημοκρατίας θα κληθούν και οι «ψυχίατροι» (Μητσοτάκης, Μιχαηλίδου κ.α.) και οι «ψυχικά νοσούντες» βασανισθέντες φυλακισθέντες και εξορισθέντες αντιστασιακοί της περιόδου 1967-1974. Ελπίδα μας να μη συμβεί φέτος αυτό το άγος. Οι «ψυχικά νοσούντες», που σφράγισαν με τον αγώνα τους τη λευτεριά μας, έχουν ακόμα μια πράξη αντίστασης να κάνουν: να τους γυρίσουν την πλάτη και να τους αφήσουν μόνους με τις φιέστες τους και την περιβόητη αστική «δημοκρατία» τους.

 

ΥΓ (επί προσωπικού): Οι τακτικοί αναγνώστες της στήλης ίσως να έχουν ξενιστεί με το οργίλο ύφος που γράφτηκε αυτό το κείμενο. Δεν τους έχω συνηθίσει σ΄ αυτό και δε με χαρακτηρίζει. Θα συμφωνήσουν όμως πως το υπό συζήτηση θέμα ξεφεύγει από τα όρια της πολιτικής ευπρέπειας, τουλάχιστον για μας που μεγαλώσαμε και πολιτικοποιηθήκαμε συγκινημένοι από τους αγώνες και τις θυσίες του Αλέκου Παναγούλη, του Σπύρου Μουστακλή, του Νικηφόρου Μανδηλαρά, του Ανδρέα Λεντάκη, του Μίκη Θεοδωράκη, του Διομήδη Κομνηνού και των άλλων παιδιών του Πολυτεχνείου, καθώς και όλων των χιλιάδων επώνυμων και ανώνυμων αγωνιστών κατά της χούντας. Και δεν αντέχουμε να βλέπουμε ανιστόρητους νεοσσούς να αποκαλούν «ψυχικά νοσούντες» κείνους που μάτωσαν και έδωσαν τη ζωή τους για την αποκατάσταση των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών που και σήμερα βρίσκονται στο στόχαστρο. 

Έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν[3]. Ακούγοντας τις δηλώσεις (είναι πολύ πιο εκνευριστικό να τις ακούς από το να τις διαβάζεις. Όποιος είδε το βίντεο θα έχει καταλάβει τι εννοώ), ένοιωσα την ανάγκη να μη μιμηθώ την ανοχή των Λακεδαιμόνιων Εφόρων αλλά να ασχημονήσω κι εγώ κατά των ασχημονούντων. Και, ως κλασικός Αμετανόητος, το χάρηκα αρκούντως.

 


[1] Ο Harry Callahan ή Dirty Harry (Βρώμικος Χάρι) ήταν μια κινηματογραφική περσόνα που κυριάρχησε στις οθόνες για πολλά χρόνια (1971-1988). Ήταν ένας αστυνομικός που χρησιμοποιούσε κάθε μέσο (ακόμα και εκτός νόμιμης οδού) προκειμένου να πετυχαίνει το στόχο του. Το είδος αυτό του «ήρωα», που ενσάρκωσε ο Κλιντ Ίστγουντ, άρεσε στο αμερικανικό κοινό και τελικά γυρίστηκαν 5 ταινίες με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα (Dirty Harry (1971), Magnum Force (1973), The Enforcer (1976), Sudden Impact (1983), The Dead Pool (1988)).

Πολλοί πιστεύουν πως οι opinion makers (διαμορφωτές της κοινής γνώμης) εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο τη δημοφιλία του πρωταγωνιστή για να περάσουν στην αμερικάνικη κοινή γνώμη την αποδοχή της ωμής βίας των «καλών» αστυνομικών εναντίον των «κακών» ώστε να θεωρούνται «αναγκαίο κακό» όσα διαδραματίζονται τις τελευταίες δεκαετίες στις μεγαλουπόλεις των ΗΠΑ όπου η αστυνομία πρώτα σκοτώνει και μετά προσπαθεί να συλλάβει υπόπτους (κατά κύριο λόγο μαύρους και λατίνους).

[2] Ολόκληρη η δήλωση του Άγγελου Πνευματικού αναφέρει:

««Κυρία Ντόμινα Μιχαηλίδη

Δεν σας γνωρίζω και ούτε θέλω να σας γνωρίσω.

Είμαι ένας αγωνιστής κατά της Χούντας των συνταγματαρχών και επειδή μου κάνατε την τιμή να με συμπεριλάβετε στους «Ψυχικά νοσούντες» πιστεύω ότι έχω την υποχρέωση να σας συστηθώ και σεις την υποχρέωση να με ακούσετε.

Είμαι ένας Αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού που η πατρίδα τον τίμησε με τον βαθμό του Επιτίμου Αντιστρατήγου.

Είμαι από τα ιδρυτικά μέλη της Νέας Δημοκρατίας, που ο Λαός της Εύβοιας τον τίμησε, εκλέγοντάς τον πρώτο βουλευτή και τον έστειλε αντιπρόσωπό του στο Πρώτο Μεταδικτατορικό Κοινοβούλιο.

Αξιωματικός ών, πιστός στον όρκο μου, αντέδρασα κατά των σφετεριστών της εξουσίας, με συνέλαβαν, με βασάνισαν, με έστειλαν στο Στρατοδικείο και με καταδίκασαν σε πολυετή κάθειρξη.

Έμεινα σε κλειστή φυλακή έξι συνεχή χρόνια

Εσείς έχετε καμία εθνική περγαμηνή; Καλόν θα ήταν να την γνωστοποιήσετε στον Ελληνικό Λαό.

Σας επιστρέφω την ύβριν, μαζί με όλα όσα φιλοσοφικά και ακατανόητα εκφράσατε, για άτομα και ομάδες, στην παρουσίαση του βιβλίου.

Στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς οι αγωνιστές δεν εξέφραζαν κόμματα αλλά τα ιδεώδη της Δημοκρατίας και μόνο. Μετά την απελευθέρωση από τη χουντική σκλαβιά, ο κάθε ένας ακολούθησε τον πολιτικό του δρόμο.

Χάρις στον Αγώνα των πολεμίων της Χούντας. το αίμα, τα δάκρυα και τον ιδρώτα, των αγωνιστών είσαι σήμερα υπουργός, Άν μη τι άλλο οφείλεις να σεβαστείς τις θυσίες και να μη τολμήσεις να παρουσιαστείς στη γιορτή της Δημοκρατίας, στην οποία δικαιούνται να ευρίσκονται μόνο οι αγωνιστές και οι πιστεύοντες στους αγώνες για τη Λευτεριά

Τα κόκαλα των Αγωνιστών του 21, και των ηρώων του 40 θα τρίζουν στο άκουσμα των υβριστικών σου θέσεων γιατί αυτοί θυσιάστηκαν για την πατρίδα τη θρησκεία και τη Λευτεριά».

[3] Η φράση αυτή σημαίνει επί λέξει «συνηθίζεται οι Κλαζομένιοι να κάνουν απρέπειες». Οι κάτοικοι της ιωνικής πόλης των Κλαζομενών αναφέρονται από τον Κλαύδιο Αιλιανό στο έργο του «Ποικίλη Ιστορία». Εκεί σημειώνεται ότι «κάποιοι από τους Κλαζομένιους, όταν έφτασαν στην Σπάρτη, με ύβρη και αλαζονεία αντιμετώπισαν τους θρόνους των εφόρων, όπου αυτοί συνήθιζαν να κάθονται και να αποφασίζουν και για τα θέματα τη πολιτείας να διατάσσουν, αλλά και αυτούς τους θρόνους καταμαύρισαν. Όταν δε το έμαθαν οι έφοροι, δεν αγανάκτησαν, αλλά αφού κάλεσαν τον δημόσιο κήρυκα, τον πρόσταξαν να διακηρύξει δημοσίως αυτό το θαυμαστό “συνηθίζεται στους Κλαζομένιους να διαπράττουν απρέπειες”»