Γράφει ο Αμετανόητος.

«Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει» έγραφε ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, ο Γιάννης Ρίτσος. Να, όμως, που η «κακιά σκουριά» που επιχειρεί να καλύψει τα μάρμαρα του Παρθενώνα βγαίνει πλέον από το ίδιο το μέγαρο Μαξίμου.

Πολλά ανέκδοτα και αστειάκια έχουν ακουστεί και γραφεί για τον σημερινό ένοικο του Μαξίμου. Για την οικογενειακή γρουσουζιά που κουβαλά, για τις γκάφες του και τις άστοχες δηλώσεις του κι ένα σωρό άλλα. Ως τώρα, όλα τούτα αντιμετωπιζόταν στα πλαίσια της γραφικότητας και της διαδικτυακής πλάκας που κάνουν οι χρήστες των social media. Να, όμως που η πραγματικότητα άρχισε να ξεπερνά και την πιο κακόβουλη πλάκα.

Πολύ στα σοβαρά, ο άνθρωπος που η πλειοψηφία των ψηφοφόρων εμπιστεύτηκε ως πρωθυπουργό άρχισε να κάνει επικίνδυνες δηλώσεις που μπορούν να αποβούν καταστροφικές για ένα από τα λίγα ζητήματα γύρω από τα οποία έχει κατορθωθεί η μέγιστη δυνατή ομοψυχία μεταξύ όλων των πολιτικών χώρων: την επιστροφή των λεηλατημένων από βρετανούς κατσαπλιάδες μαρμάρων του Παρθενώνα που κατέχει ως κλεπταποδόχος το βρετανικό μουσείο.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σε συνέντευξή του στον Observer, δήλωσε πως θα ζητήσει από τον βρετανό ομόλογό του να επιστραφούν τα κλεμμένα μάρμαρα «δανεικά» στους νόμιμους κατόχους τους. Στα περίπου 200 χρόνια από τότε που τελέστηκε το ανοσιούργημα και στα 40 χρόνια που το ελληνικό κράτος δίνει σοβαρό αγώνα επιστροφής τους στρατεύοντας διεθνείς προσωπικότητες σ΄ αυτόν, είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται πολίτης αυτής της χώρας να τορπιλίσει αυτή την προσπάθεια. Κι όχι όποιος κι όποιος. Ο πρωθυπουργός είναι εκείνος που, μιλώντας για δανεισμό, νομιμοποιεί την ιδιοκτησία των κλεφτών και των κλεπταποδόχων πάνω στα κλοπιμαία.

Ακόμα κι αν αληθεύουν τα ανέκδοτα για τις ανοησίες του Κ, Μητσοτάκη, αυτή η δήλωση ξεφεύγει από τα όρια της αφέλειας και της ανοησίας. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις, σπουδές και πτυχία για να καταλάβει ο οποιοσδήποτε πως αν ζητάς από τον κλέφτη να σου δανείσει αυτό που σου έκλεψε, ακυρώνεις την κλοπή και αποδέχεσαι τη «νομιμότητα» της «ιδιοκτησίας» του. Αυτό που το καταλαβαίνει ο μπάρμπα Μήτσος και η κυρά Γιαννούλα, που ξέρουν μερικά «κολλυβογράμματα», είναι αδύνατο να το αγνοεί ο πρώτος πολίτης της χώρας. Άρα δε μιλάμε πια για αφέλεια αλλά για μια καλά υπολογισμένη κίνηση της οικογένειας Μητσοτάκη (που έχει μια ιδιαίτερη ροπή στις ιδιωτικές συλλογές αρχαιοτήτων) και της ΝΔ να «κλείσουν» το θέμα των μαρμάρων, προφανώς ελπίζοντας πως οι βρετανοί θα εκτιμήσουν τέτοιες κινήσεις ραγιαδισμού ρεαλισμού και θα τους ανταμείψουν αναλόγως.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υβρίζει την Ελλάδα, τον πολιτισμό της, μα πιότερο το λαό της και το φιλότιμο του. Υπονομεύει και ακυρώνει τις προσπάθειες που έκανε ο ελληνισμός για την επιστροφή των κλεμμένων. Αγώνα στον οποίο –άλλοτε μικρότερη, άλλοτε μεγαλύτερη- συμβολή είχαν και οι κυβερνήσεις και οι υπουργοί Πολιτισμού. Από τον παθιασμένο αγώνα της Μελίνας Μερκούρη μέχρι τις ενέργειες των διαδόχων της, μερικοί εκ των οποίων ήταν και συγγενείς του τωρινού πρωθυπουργού.

Είναι προφανής η επικοινωνιακή ζημιά που έκανε η συγκεκριμένη πρωθυπουργική ενέργεια, καθώς η κλίκα του βρετανικού μουσείου από κει που ήταν στριμωγμένη επικοινωνιακά, τώρα πάει να βγει κι από πάνω: αποδέχεται τον δανεισμό αρκεί να προηγηθεί η εσχάτη προδοσία της αναγνώρισης της κυριότητάς της πάνω στα κλοπιμαία.

Οι αντιδράσεις για όσα προκάλεσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ευρύτατες. Και δεν πρέπει να περιοριστούν σε φραστικές καταδίκες. Επιστημονικοί και πολιτιστικοί φορείς αλλά και κάθε εργαζόμενος και πολίτης αυτού του τόπου πρέπει να δείξουμε σε όλους μέσα και –κυρίως- έξω από τη χώρα πως αυτά τα «όνειρα» είναι προσωπικές ονειρώξεις και δεν εκφράζουν κανένα Έλληνα πέρα από τον Κ. Μητσοτάκη και το περιβάλλον του.

Στον ανιστόρητο πρωθυπουργό κάποιοι πρέπει να πουν ότι, με τις δηλώσεις του, προκαλεί την «κατάρα της Αθηνάς»[1] να πέσει στο κεφάλι του. Και βέβαια να του θυμίσουμε –αν την γνωρίζει- την ιστορική φράση της Μελίνας Μερκούρη προς τους βρετανούς: «Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν για μας τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Είναι η υπερηφάνεια μας, είναι οι θυσίες μας. Είναι το ευγενέστερο σύμβολο τελειότητας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι οι φιλοδοξίες μας και το ίδιο τ΄όνομα μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητας».

 


[1] «Η κατάρα της Αθηνάς» (The Curse of Minerva) είναι ένα ποίημα που έγραψε ο George Gordon Byron (στα ελληνικά λόρδος Βύρωνας) το 1811 αντικρίζοντας για πρώτη φορά τον συλημένο Παρθενώνα. Στην ελληνική μετάφραση (του Πάνου Καραγιώργου) είναι το ακόλουθο:

 

Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει

πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·

όχι σαν εκεί στις χώρες του Βορρά, σκοτεινιασμένος,

αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.

Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα

και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.

Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα

ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.

Πάνω απ’ το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,

αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.

Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,

τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!

Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη

βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.

Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει

και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.

Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,

πίσ’ απ’ των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.

Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου

εχαιρέτησε για πάντα τ’ απαλό, το χρυσό φως σου.

Με τί θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του

την αχτίδα την κοιτούσαν, πού ’παιρνε και την πνοή του.

Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,

είν’ απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.

Μα θλιμμένο είν’ το φως του στα αγωνιώδη μάτια

και ο λόφος είναι μαύρος που χαρά ήταν γεμάτος,

στην αγαπημένη χώρα σαν να έχυνε σκοτάδι

’κει όπου ποτέ ο Φοίβος δεν φανέρωσε μαυράδι.

Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γύρει, πίνει

το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.

Κι έφυγε η ψυχή που τα ’χε όλα περιφρονημένα,

που ’χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.

Αλλά νά, στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει

απ’ του Υμηττού το ύψος, δίχως όμως να υγραίνει

το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα,

παίζουνε με την κορνίζα οι ολόλαμπρες αχτίδες·

στην ολόλευκη κολόνα τα φιλιά της στέλνει τώρα

η σελήνη, με το φως της π’ ολοένα τρεμοπαίζει

στου τζαμιού τον πύργο όλο μα τον κάνει και να λάμπει

το σημάδι του και γύρω να αστράφτουνε οι κάμποι.

Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι

και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.

Στο τζαμί εκεί τριγύρω στέκονται τα κυπαρίσσια

και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.

Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,

εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.

Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,

και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.

Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,

νανουρίζει το περγιάλι μεσ’ στον καθαρό αέρα

και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει

και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.

Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,

όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.

Όπως έτσι στης Παλλάδας το ναό βρισκόμουν μόνος,

και τις ομορφιές κοιτούσα, στο μαγευτικό ακρογιάλι

που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία

και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία,

κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει

της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,

οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει

και η Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!

Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τ’ αστέρι

είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη

κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,

σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.

Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,

ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα

στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη

κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.

Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,

θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,

όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,

η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μεσ’ στο ναό της!

Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη

από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη

έτρεχε μ’ ορμή. Μα τώρα η μορφή της διαφέρει

από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τ’ άξιο χέρι.

Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο

κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.

Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,

κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι

π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο

και ξερό, καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.

Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,

δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.

Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη

την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.

«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα

Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ευγενές ακόμα,

μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,

τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.

Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·

την αιτία θες να μάθεις; – ιδέ τριγύρω σου και ’μπρος.

Νά, εγώ είδα πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν

κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.

Τούρκου και Γότθων αντάμα γλίτωσα ’γω το κακό,

μα η χώρα σου μου στέλνει έναν κλέφτη πιο τρανό.

Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,

και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.

Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,

ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,

και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει, –

μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.

Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,

τ’ όνομα το μισητό του πάει και στον ναό μου γράφει,

σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,

κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του!

Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο

είν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.

Ο Αλάριχος τα πάντα είχε άγρια καταστρέψει

με το δίκιο του πολέμου, μα ο Έλγιν για να κλέψει

όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος

είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος ;

Το ’κανε, όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι

και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει

και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα

απ’ του λέοντα ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.

Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει!

Τ’ όνομά του μ’ ένα άλλο τον ναό μου τον λερώνει,

κάποια αμοιβή η Παλλάδα ν’ απαιτήσει αξιώνει

και το φως της να το ρίξει η Αφροδίτη πια θυμώνει!»

Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,

απαντώντας ν’ απαλύνω της οργής της το μεθύσι:

«Κόρη του Διός, της λέω, γι’ όνομα της Αλβιόνος,

και σαν Βρετανός που είμαι, διαμαρτύρομαι εντόνως.

Μην κακίζεις την Αγγλία, Αθηνά! Απ’ τη Σκωτία

ήτανε ο συλητής σου. – Κοίταξε τη Βοιωτία

από της Φυλής τους λόφους τους ωραίους κοίτα γύρω,

του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,

Και καλά το ξέρω ότι απ’ αυτή τη νόθα χώρα

της Σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.

Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,

που τα σπέρματά της είναι όλα περιορισμένα

και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,

χώρα τσιγκουνιάς κι ομίχλης αλλά και της σοφιστείας,

που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια

κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σαν ρημάδια.

Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι

στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.

Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα ’ναι σαν το χώμα

και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.

Για τον πλούτο χίλιους τρόπους εφευρίσκουν τα παιδιά της

και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.

Στην ανατολή, στη δύση, μόνο στον βορρά δεν πάνε,

κέρδη να ’βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.

Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,

που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει εδώ πέρα!

Κι όμως, άξια βλαστάρια γέννησε και η Σκωτία,

σαν τον Πίνδαρο που έχει η νωθρή η Βοιωτία,

και μακάρι οι σοφοί τους να νικήσουνε το κλίμα

κι οι γενναίοι ν’ αψηφίσουν και του θάνατου το μνήμα,

και τη σκόνη αυτής της χώρας ξετινάζοντας και πάλι,

σαν παιδάκια να αστράψουν σε χαρούμενο ακρογιάλι,

γιατί, όπως σ’ άλλα χρόνια, όταν σε μια ψεύτρα χώρα

δέκα ανδρείοι αν υπήρχαν, αποφεύγονταν η μπόρα».

«Ω θνητέ, μου είπε τότε η κόρη η γαλανομάτα,

στις ακτές της χώρας σου φέρε τούτα τα μαντάτα:

Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει

και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.

Άκουσε, λοιπόν, τα λόγια της θεάς Παλλάδας μόνο:

άκουσε και σώπα: τ’ άλλα θα λεχθούν από τον χρόνο.

Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη

η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.

Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του

και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.

Κι αν βρεθεί απόγονός του με λίγο πνεύμα ή φάτσα,

τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.

Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους

και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.

Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία

που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,

να πουλά κι έτσι να κάνει – τί ντροπή και τί απάτη! –

της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.

Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,

μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,

με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,

μπρος τους θα βρεθεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.

Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε

με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε

και το «μαρμαράδικό» του βλέποντας, θα το θαυμάσουν

κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν

πλήθη γύρω απ’ την πύλη, τόσα που δεν είδαν άλλοι,

θα γουρλώνουνε τα μάτια με κατάπληξη μεγάλη

και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,

ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν

και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια

των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,

και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:

‘Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε τέλειοι άντρες!’

Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,

θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.

Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;

Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν μοιάζει του Ηρακλή!

Και στο τέλος, μεσ’ στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,

θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·

λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,

θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.

Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος,

και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος!

Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σε ’κείνου θα γράψει

του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.

Κι η κατάρα μου πιο πέρα κι απ’ τον τάφο του να πάει

Ο Ηρόστρατος κι ο Έλγιν σε σελίδες παραμένουν

που είναι στιγματισμένες και με στίχους όπου καίνε·

έτσι πάντα είναι γραμμένοι και οι δυό καταραμένοι,

μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει…»