Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Γράφει ο Τάσος Κωνσταντίνου.

Στο κείμενο των Θέσεων της ΚΕ για το 20ο συνέδριο του ΚΚΕ και στη Θ 64 σημειώνεται ότι «Η προσπάθεια για την συγκέντρωση, ωρίμανση και οργάνωση της εργατικής τάξης, ως ηγέτιδας κοινωνικής δύναμης της επαναστατικής διαδικασίας διεξάγεται και όταν οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές».

Κατ’ αρχήν στην γενική αυτή διατύπωση, ότι δηλαδή τα καθήκοντα αυτά είναι καθημερινά και όχι μόνο στην επαναστατική κατάσταση, μπορεί κάποιος να συμφωνήσει. Τα στρατηγικά αυτά καθήκοντα στην καθημερινή δράση για τις ανάγκες των εργαζομένων και τον πολύπλευρο αγώνα εναντίον της αστικής τάξης πρέπει να είναι παρόντα. Αμέσως τίθεται το ερώτημα; Με πιο τρόπο υλοποιούνται τα καθήκοντα αυτά. Οι θέσεις σημειώνουν μεταξύ των άλλων ότι «ο αγώνας αυτός διεξάγεται από το Κόμμα χωρίς υποχωρήσεις, απέναντι … ακόμη και των ίδιων των εργατικών λαϊκών μαζών, που επιδιώκουν άμεσες λύσεις διαχείρισης των οξυμένων προβλημάτων που γεννά καθημερινά το καπιταλιστικό σύστημα…. Να μη παραμερίζεται ο στόχος της εργατικής εξουσίας…. Να αυξάνει η επαγρύπνηση έτσι ώστε να μην ξεστρατίζει η δράση μας κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες δραματικής επιδείνωσης της κατάστασης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, απειλής ή διεξαγωγής ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου στον οποίο συμμετέχει η αστική τάξη της χώρας, ανοιχτής τρομοκρατίας, καταστολής, δράσης φασιστικών – ναζιστικών δυνάμεων ή ακόμα και αναστολής των κοινοβουλευτικών διαδικασιών με πραξικόπημα κλπ.

Με δυο λόγια η πολιτική που ακολουθεί το ΚΚ ουσιαστικά δεν παίρνει υπόψη τη διακύμανση των συνθηκών διεξαγωγής της πάλης, ακόμη ούτε και δραματικές αλλαγές, όπως είναι η άνοδος του φασισμού και η φασιστική εκτροπή, ο πόλεμος και η κατοχή της χώρας, συνθήκες ισοπεδωτικής επίθεσης που δέχεται η εργατική τάξη.

Σαν να μην τροποποιούν ουσιαστικά τους όρους της δράσης, τις ανάγκες και τις διαθέσεις της εργατικής τάξης και του λαού, την διαφοροποίηση του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και την αστική τάξη. Όταν οι συνθήκες και ο συσχετισμός αλλάζουν και η αστική τάξη τροποποιεί την τακτική της, το εργατικό κίνημα και το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να δρουν με τον τρόπο που δρούσαν προηγουμένως, να ιεραρχούν τα ίδια ζητήματα στο επίκεντρο της δράσης τους.

Ας πάρουμε τις τρεις αυτές διαφορετικές περιπτώσεις που αναφέρουν οι θέσεις και κατ’ αρχήν τη λιγότερο δραματική αυτή της κρίσης και της επιβολή των μνημονίων.

Η πολιτική αυτής της περιόδου έφερε δραματικές αλλαγές στη ζωή της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας. Οι άνεργοι ξεπέρασαν το ενάμιση εκατομμύριο, η φτώχεια κορυφώθηκε και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αντιμετώπισαν προβλήματα διατροφής και επιβίωσης, εκατοντάδες χιλιάδες μικροεπιχειρήσεις και μικρομάγαζα έβαλαν λουκέτο και οι ιδιοκτήτες τους έμειναν στο δρόμο άνεργοι και καταχρεωμένοι, εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστευσαν, η οργή και η αγανάκτηση του λαού κορυφώθηκε, βγήκαν μαζικά στους δρόμους, αστικά κόμματα κατάρρευσαν ή απαξιώθηκαν, εκατομμύρια πολίτες βρέθηκαν πολιτικά άστεγοι και όλα αυτά οι κομμουνιστές δεν τα παίρνουν υπόψη τους, δεν «ξεστρατίζουν» την δράση τους.

Οι συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά δεν είναι δυνατόν να οδηγήσουν το ΚΚ σε παραίτηση από την προώθηση των επαναστατικών καθηκόντων του σε καμιά περίπτωση, αλλά η προώθηση των καθηκόντων αυτών στην καθημερινή, την τρέχουσα δράση, γίνεται με διαφορετικό τρόπο και μεθόδους, διαφορετική τακτική απ’ ότι πριν. Η οργάνωση των εργατικών και λαϊκών αγώνων και η προσπάθεια για τον προσανατολισμό του κινήματος, η φροντίδα να μη το εκμεταλλευθεί ο αντίπαλος αξιοποιώντας ρεφορμιστικές δυνάμεις υποταγμένες στην αστική τάξη, καθώς και φασιστικές και σ’ αυτή τη βάση να τεθούν τα επαναστατικά καθήκοντα, είναι απόλυτη ανάγκη. Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν τεράστιες ανάγκες και εκατομμύρια άνθρωποι αγωνίζονται να επιζήσουν. Στο κίνημα μπαίνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εκατομμύρια άνθρωποι απολίτικοι ή χωρίς αγωνιστικές εμπειρίες, ακόμη παρεμβαίνουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις και οι φασίστες που το θεωρούν ευκαιρία.

Το εργατικό κίνημα και το Κομμουνιστικό Κόμμα έχουν μπροστά τους δύο επιλογές. Η πρώτη είναι να οργανώσουν την πάλη για την επιβίωση, να οργανώσουν τις διεκδικήσεις ακόμη και την αλληλεγγύη συγκεντρώνοντας τρόφιμα κλπ, και σ’ αυτές τις συνθήκες να προωθήσουν σχέδιο δράσης για έξοδο από την κρίση σε βάρος των συμφερόντων του κεφαλαίου. Τρανό παράδειγμα είναι η δράση της Εθνικής Αλληλεγγύης, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στην κατοχή, η άλλη είναι να καταδικάζεις το αυθόρμητο κίνημα, τις «πλατείες» ως δούρειο ίππο του φασισμού και του οπορτουνισμού και σε τελική ανάλυση της αστικής τάξης, να οργανώνει το ΠΑΜΕ εντελώς ξεχωριστές συγκεντρώσεις κατακερματίζοντας έτσι το εργατικό κίνημα, να καταγγέλλεις το μοίρασμα φτηνής πατάτας στις πλατείες των μεγάλων πόλεων ως αποπροσανατολιστικό, να καταγγέλλεις, τουλάχιστον για τα πρώτα χρόνια των μνημονίων την αλληλεγγύη και την συνδρομή των φτωχών ανθρώπων ως φιλανθρωπία γιατί θα έπρεπε ο λαός να αγωνίζεται να διεκδικεί τα αιτήματά του, την λαϊκή εξουσία και τον σοσιαλισμό.

Και τις δύο αυτές εκδοχές το ΚΚΕ και το εργατικό κίνημα τις έζησαν και γνώρισαν τα αποτελέσματά τους. Τη λαμπρή δράση στην κατοχή με τα συγκλονιστικά αποτελέσματά της που άλλαξε ριζικά τον πολιτικό χάρτη της χώρας, συντρίβοντας τις αστικές πολιτικές δυνάμεις και συγκεντρώνοντας την μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς σε ένα πανίσχυρο εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο με στόχο την απελευθέρωση της χώρας και τη λαοκρατική λύση του κοινωνικού ζητήματος.

Έζησε και την άλλη εκδοχή στην εποχή των μνημονίων που είχε ως αποτέλεσμα η αστική τάξη παρότι βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση μπόρεσε να ελέγξει σταθερά τις εξελίξεις, να παρεμποδίσει την λαϊκή πλειοψηφία να ακολουθήσει αγωνιστικό δρόμο και έβαλε σε πολύ βαθύτερη κρίση το σύνολο της αριστεράς και του κινήματος.

Επί πλέον τα οξύτατα λαϊκά προβλήματα και τις λαϊκές διαθέσεις δεν μπορείς να τα αγνοείς, παρότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσουν σε εντελώς αναποτελεσματική δράση και ενσωμάτωση στην κυρίαρχη πολιτική, θα είναι δίκοπο η αγνόηση τους μαχαίρι, αφού υπάρχει κίνδυνος να διαρραγούν οι σχέσεις του ΚΚ με την εργατική τάξη και το λαό. Εδώ ακριβώς κρίνεται η ορθότητα της πολιτικής και η ικανότητα της ηγεσίας να την εφαρμόσει.

Η δράση για τα άμεσα προβλήματα μπορεί να συνδεθεί αρμονικά με την διαμόρφωση των προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό σε ένα σχέδιο που θα βρίσκει απήχηση στους εργαζόμενους. Ένα τέτοιο σχέδιο σε καμία περίπτωση δεν περιλαμβάνει την συμμετοχή του ΚΚ σε κυβέρνηση διαχείρισης της κρίσης, την οποία χρησιμοποιεί ως άλλοθι το ΚΚΕ για την καταστροφική τακτική του το 1012 και μάλιστα χωρίς να του το έχει ζητήσει κανείς. Θέλει με αυτό να δικαιώσει την πολιτική που ακολούθησε εντός της κρίσης και να αποσείσει όλες τις ευθύνες από πάνω του, αποκομίζοντας εύσημα παλικαρίσιας και ανυποχώρητης στάσης, που αψήφησε το πολιτικό κόστος, σώζοντας το κίνημα από την υποταγή στην πολιτική του κεφαλαίου.

Η δεύτερη σημαντική εξέλιξη που πρέπει να αγνοήσει κατά τις Θέσεις, το ΚΚΕ στην δράση του είναι η επιβολή δικτατορίας, η οποία επίσης τροποποιεί ουσιαστικά τα δεδομένα της δράσης, άρα και την εφαρμοζόμενη τακτική, σε βαθμό που η αγνόησή της θα οδηγήσει σε σοβαρή ήττα.

Η αντίληψη ότι ο φασισμός και η αστική δημοκρατία δεν είναι τίποτα περισσότερο από διαφορετικές εκδοχές της αστικής διαχείρισης ιστορικά αποδείχτηκε τραγικό λάθος. Στο φασισμό οι κίνδυνοι για την εργατική τάξη και το εργατικό κίνημα, για το λαό και τις κατακτήσεις του, είναι τεράστιοι γι’ αυτό και η αντίθεση στο φασισμό ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων είναι μεγάλη. Διαμορφώνονται διαθέσεις συνεργασίας και κοινής δράσης εκτεταμένες. Αλλά και στις πολιτικές δυνάμεις διαμορφώνονται άλλα δεδομένα και διαθέσεις. Αν εξαιρέσει κανείς το μονοπωλιακό κεφάλαιο με τι οποίο δεν υπάρχουν περιθώρια συνεργασίας ούτε καν κοινής δράσης, η δυνατότητα συμπαράταξης της εργατικής τάξης με τα ενδιάμεσα μικροαστικά στρώματα είναι μεγάλη. Η επίτευξη της θα συμπαρασύρει πλατειά τμήματα του λαού που ακολουθούν τον αστικό πολιτικό κόσμο. Κατ’ ανάλογο τρόπο θα συμβεί και με πολιτικούς φορείς που εκφράζουν μικροαστικά συμφέροντα ενώ δεν θα αφήσει ασυγκίνητες και ορισμένες δυνάμεις από τα αστικά κόμματα.

Η αντίληψη ότι η επιβολή δικτατορίας δεν τροποποιεί την τακτική και τα δεδομένα της δράσης οδηγεί στην προβολή μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής που στην καλύτερη περίπτωση αξιοποίηση των αντιφασιστικών διαθέσεων του λαού που δεν πάει πιο πέρα από το ΚΚ και τους συμμάχους του, ενώ η επεξεργασία ενός πλαισίου που θέτει ως άμεσο στόχο την ανατροπή της δικτατορίας και επιδιώκει βαθύτερες αλλαγές στο πολιτικό σύστημα και την πολιτική ζωή δίνει σοβαρές δυνατότητες.

Ένα καλό παράδειγμα είναι η σύνδεση του αγώνα εναντίον του φασιστικού καθεστώτος της 21 Απρίλη που επεχείρησε το ΚΚΕ στο 9ο Συνέδριο του. Εξηγώντας την ανάγκη να αναπτυχθεί ο αγώνας εναντίον της δικτατορίας και να συνδεθεί με την δημιουργία των προϋποθέσεων της επανάστασης το 9ο Συνέδριο έγραφε : Υπάρχει το γεγονός ότι στην Ελλάδα έχει εγκαθιδρυθεί ένα νεοφασιστικό καθεστώς που καταπιέζει έτσι ή αλλιώς ολόκληρο τον ελληνικό λαό έξω από την χρηματιστική ολιγαρχία και τους υπηρέτες της… Αυτά τα προβλήματα ενδιαφέρουν ζωτικά την μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Το ΚΚΕ δεν μπορούσε και δε μπορεί να αγνοήσει αυτή την πραγματικότητα. Μια τέτοια συμπεριφορά δεν θα βοηθούσε ούτε την κίνηση προς τα μπρος, ούτε τη δημιουργία των υποκειμενικών προϋποθέσεων για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, τη συγκέντρωση των απαραίτητων δυνάμεων, αντίθετα θα οδηγούσε στην απομόνωση του κόμματος μας από το λαό και την απομάκρυνση του από το στόχο. Η απαλλαγή του τόπου μας από το νεοφασιστικό καθεστώς είναι θεμελιακό και άμεσο ζωτικό αίτημα του ελληνικού λαού. Είναι προϋπόθεση για να ανοίξει ο δρόμος για παραπέρα δημοκρατικές ανελίξεις. Γι’ αυτό, το κόμμα μας συγκεντρώνει σήμερα όλες του τις προσπάθειες στη λύση αυτού του προβλήματος. Σήμερα, μπροστά στην ελληνικό λαό, στο επαναστατικό κίνημα του τόπου, μπαίνει στην πρώτη γραμμή για λύση ένα πρόβλημα δημοκρατικό, το πρόβλημα της ανατροπής του νεοφασιστικού καθεστώτος. Η πάλη που γίνεται ενάντια σ’ αυτό γίνεται στο όνομα της δημοκρατίας. Η δημοκρατία όμως είναι μια έννοια πλατιά, ποτέ δεν μπορεί να υπάρχει γενικά και αφηρημένα. Έχει κάθε φορά το συγκεκριμένο ταξικό περιεχόμενο της. Χρειάζεται επομένως να οριστεί και εδώ το βασικό περιεχόμενό της. (9ο Συνέδριο του ΚΚΕ σελ.116).

Στην συνέχεια εξηγεί τι είδους δημοκρατία έχει ανάγκη η χώρα και ο λαός και διατυπώνει ολοκληρωμένο πλαίσιο που συνδέει τον αγώνα για την ανατροπή της δικτατορίας με το πρώτο στάδιο της επανάστασης. Είναι γνωστό ότι η σημερινή ηγεσία του Κόμματος απορρίπτει την επαναστατική στρατηγική που χάραξε το 9ο Συνέδριο, αυτό όμως είναι άλλο ζήτημα. Την σύνδεση της αντιδικτατορικής πάλης με τον αγώνα για τον σοσιαλισμό το ΚΚΕ την είδε ολοκληρωμένα και αγωνίστηκε να την πραγματοποιήσει.

Το τρίτο σημαντικό γεγονός, το οποίο δεν πρέπει να «ξεστρατίσει» το ΚΚΕ από τον αντικαπιταλιστικό αγώνα, είναι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και η ενδεχόμενη κατοχή της χώρας. Ο πόλεμος και η κατοχή, όπως όλα τα μεγάλα γεγονότα έχει βαριές επιπτώσεις στην συντριπτική πλειοψηφία του λαού, αυξάνει κατακόρυφα τη δυσαρέσκειά του, η οποία με τις κατάλληλες προϋποθέσεις μπορεί να πυροδοτήσει μεγάλους ανατρεπτικούς αγώνες.

Το πιο κοντινό, χρονικά, τέτοιο γεγονός ήταν η φασιστική επίθεση εναντίον της Ελλάδας και η τριπλή κατοχή της το 1941-44.

Ας δούμε με βάση το παράδειγμα αυτό σε πια τακτική παραπέμπουν οι Θέσεις της ΚΕ και σε ποια η ουσιαστική αξιοποίηση της συγκυρίας από το εργατικό κίνημα και το ΚΚ. Με βάση τις Θέσεις το ΚΚΕ έπρεπε να αναπτύξει τη δράση του εναντίον του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού για την ανατροπή του και όσο του επέτρεπαν αυτές οι ιεραρχήσεις να αξιοποιεί τα αντιφασιστικά, εθνικοαπελευθερωτικά αισθήματα του λαού. Η τακτική αυτή θα είχε πολύ περιορισμένα όρια στη διαμόρφωση κοινωνικών και περισσότερο πολιτικών συμμαχιών για το λόγο ακριβώς ότι αναπτύσσεται ολοκληρωτικά σε ταξική βάση και αγνοεί το άμεσο και ζωτικό πρόβλημα την απελευθέρωση της χώρας. Δεν μπορούσε να πάει πιο πέρα από τους κομμουνιστές, τα πιο συνειδητοποιημένα ταξικά στοιχεία και κάποιους αριστεριστές. Όχι μόνο δεν θα υπήρχε το ΕΑΜ και ο μεγαλειώδης αγώνας της κατοχής, αλλά προοπτική του ήταν η απομόνωση διότι ενώ ο λαός ιεραρχούσε συντριπτικά ως πρώτο πρόβλημα την ήττα του φασισμού και την απελευθέρωση της χώρας το ΚΚ ανέπτυσσε την δράση του για την ανατροπή της αστικής τάξης. Άρα δεν υπήρχε βάση επικοινωνίας και συσπείρωσης.

Αξιολογώντας όμως ως πρώτη προτεραιότητα την ήττα του φασισμού και την απελευθέρωση της χώρας διαμόρφωνε τις προϋποθέσεις ευρύτατης κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με ευρύτατα τμήματα ενδιάμεσων μικροαστικών στρωμάτων και κυρίως με τους αγρότες και στις τοτινές συνθήκες με ευρέα συντηρητικά πολιτικά στρώματα που ακολουθούσαν τα αστικά πολιτικά κόμματα και τα είχαν μαζικά απορρίψει λόγω της στάσης τους.

Με δύο λόγια ο αγώνας της κατοχής έπρεπε να έχει αντιφασιστικό εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα που όμως έπρεπε αποφασιστικά να συνδεθεί με το κοινωνικό πρόβλημα της χώρας και την ανάγκη ανατροπής της αστικής τάξης. Αυτό θα γινόταν με πιο γενικό τρόπο στην αρχή και όλο και πιο συγκεκριμένα στην πορεία έχοντας σαφή στόχο την εξουσία.

Κάθε άλλη τακτική που υποβάθμιζε το άμεσο πρόβλημα, δηλαδή την κατοχή της χώρας, οδηγούσε κατευθείαν στην απομόνωση και την ήττα. Η τύχη που είχε ο Τροτσκισμός σ’ αυτές τις συνθήκες είναι ενδεικτική.

Δυστυχώς, το ΚΚΕ έχει οδηγηθεί με ευθύνη της ηγεσίας του σ’ έναν εντελώς αδιέξοδο δρόμο. Ή αυτή η πολιτική ανατρέπεται, παραγκωνίζοντας τους φορείς της και το ΚΚΕ διαμορφώνει την στρατηγική και την τακτική του με βάση το μαρξισμό λενινισμό ή οι συνέπειες θα είναι μεγάλες για το λαό και το Κόμμα.

Η σημερινή ηγεσία ομνύει στο Στάλιν. Καλό θα ήταν να ρίξει μια ματιά στο έργο του «Οι βάσεις του λενινισμού» και ιδιαίτερα στο κεφάλαιο για την στρατηγική και την τακτική.

Η αντίληψη που αναπτύσσεται στις γραμμές του ΚΚΕ ότι σε μια ορισμένη στρατηγική αντιστοιχεί μία μόνο τακτική, η οποία δεν τροποποιείται σε ολόκληρη την πορεία, «είναι νύχι- κρέας», δηλαδή η προώθηση, ως εντελώς άμεσο καθήκον, των προϋποθέσεων της επανάστασης αγνοώντας τα καθημερινά προβλήματα που θέτει η ζωή είναι καταστροφική. Ήταν η πηγή δεινών για το κομμουνιστικό κίνημα στα μικρά διαστήματα που αυτή επικράτησε, είναι η αιτία των σημερινών αδιεξόδων.

Στην θέση 65 αναφέρεται ότι έχει εκλείψει η πρωταρχική πηγή παρακλήσεων και αυταπατών γιατί το ΚΚΕ έχει επεξεργασμένη στρατηγική. Με εντελώς απροκάλυπτο τρόπο θέτει το ζήτημα ότι σε όλη την ιστορική πορεία του το κομμουνιστικό κίνημα δεν είχε επεξεργασμένη στρατηγική και γι’ αυτό το λόγο είχε παρεκκλίσεις. Αφού η πρωταρχική πηγή των παρεκκλίσεων εξέλειπε πρέπει να είμαστε ήσυχοι ότι το ΚΚΕ δεν κινδυνεύει, βαδίζει σε επαναστατικό δρόμο, λες και η αιτία των παρεκκλίσεων είναι μόνο η λάθος πολιτική. Από αμετροέπεια και καυχησιολογία πάμε καλά. Μετά από ένα και πλέον αιώνα ύπαρξης του κομμουνιστικού κινήματος βρέθηκε σήμερα η ηγεσία του ΚΚΕ να διαμορφώσει σωστή και ολοκληρωμένη στρατηγική και όλο το προηγούμενο κομμουνιστικό κίνημα ήταν σε λάθος δρόμο. Τόσο σωστή μάλιστα που το ΚΚΕ γνώρισε τα τελευταία χρόνια την μεγαλύτερη ήττα του, που έφερε την επιρροή του πίσω ακόμη από την δεκαετία του 1930.

IMAGE Η επικινδυνότητα του «συνεπούς» ιστορικού αναθεωρητισμού
Κυριακή, 05 Νοέμβριος 2017
Γράφει ο Διογένης ο Ενοχλητικός. Σχόλιο για την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη και Παντελή Βούλγαρη. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ