Η ομιλία του Γιώργου Πετρόπουλου στην εκδήλωση με θέμα «Η Οκτωβριανή επανάσταση και η επίδρασή της στο εργατικό κίνημα» που έγινε τη Δευτέρα 13-11-2017 στον πολυχώρο “Ελληνικό Μολύβι”.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, αγαπητοί φίλοι.

Μιλώντας σήμερα για την Οκτωβριανή Επανάσταση, στα 100 χρόνια από την πραγματοποίησή της, αξία- κατά την γνώμη μου και κατά τη γνώμη του ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ- δεν έχει η οποιαδήποτε αναφορά στο παρελθόν, αν αυτό δεν οδηγεί σε συμπεράσματα για το παρόν και το μέλλον.

Τι μας δίδαξε η Οκτωβριανή επανάσταση; Γενικά, μας δίδαξε πώς να νικάμε. Συγκεκριμένα μας έδειξε τους όρους και τις προϋποθέσεις που χρειάζονται για να νικήσουμε. Περί τίνος πρόκειται;

Όλοι αποδεχόμαστε πως χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη. Ισχύει όμως και το αντίστροφο καθώς η θεωρία κατευθύνει την πράξη και η πράξη τροφοδοτεί την θεωρία, δίνει υλικό για την ανάπτυξη και την εξέλιξή της.

Η διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης είναι το πρώτο δίδαγμα της Οκτωβριανής επανάστασης καθώς χωρίς αυτή την διαλεκτική σχέση οι μπολσεβίκοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να κάνουν επανάσταση και να πάρουν την εξουσία

Πώς όμως επιτυγχάνεται αυτή η σχέση αντί του χάσματος ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη;

Την απάντηση μάς την δίνει ο Λένιν ο οποίος έγραφε: «Ο Μαρξισμός απαιτεί από μας τον πιο ακριβή, αντικειμενικά επαληθεύσιμο υπολογισμό του συσχετισμού των τάξεων και των συγκεκριμένων ιδιομορφιών της κάθε ιστορικής στιγμής. Εμείς οι μπολσεβίκοι, προσπαθούσαμε να είμαστε πάντοτε πιστοί σ’ αυτή την απαίτηση, που είναι απόλυτα υποχρεωτική από την άποψη κάθε επιστημονικής θεμελίωσης της πολιτικής. "Η διδασκαλία μας δεν είναι δόγμα, μα καθοδήγηση για δράση"- έτσι έλεγαν πάντα ο Μαρξ και ο Ένγκελς, που δίκαια ειρωνεύονταν την αποστήθιση και την απλή επανάληψη "διατυπώσεων" ικανών να προδιαγράφουν τα γενικά καθήκοντα, που τροποποιούνται αναπόφευκτα από την συγκεκριμένη οικονομική και πολιτική κατάσταση της κάθε ιδιαίτερης περιόδου του ιστορικού προτσές». (Άπαντα, τόμος 31ος, σελ. 132).

Νομίζω πως θα συμφωνήσουμε ότι το κομμουνιστικό κίνημα του 20ου αιώνα δεν τα πήγε τόσο καλά με αυτή την απαίτηση του Μαρξισμού που επισημαίνει ο Λένιν. Κι αυτό είναι ίσως η πιο σοβαρή εξήγηση των διαιρέσεων και των αιρέσεων που το ταλάνισαν ως την ήττα του στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα.

Το πρώτο, επομένως δίδαγμα της Οκτωβριανής επανάστασης είναι ότι πρέπει να τηρούμε σαν κόρη οφθαλμού την διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης, να αναπτύσσουμε τη θεωρία και να αντιλαμβανόμαστε μέσα από τη συγκεκριμένη ανάλυση της πραγματικότητας την πρακτική εφαρμογή της στο γενικό, το ειδικό και το συγκεκριμένο. Πρόκειται για την βασική προϋπόθεση διαμόρφωσης σωστής πολιτικής και για την ικανότητα ενός κινήματος κι ενός κόμματος να αλλάζει την πολιτική του ή να την προσαρμόζει όταν οι ίδιες οι συνθήκες αλλάζουν και το απαιτούν.

Ο Λένιν υπογραμμίζει την ανάγκη για «τον πιο ακριβή, αντικειμενικά επαληθεύσιμο υπολογισμό του συσχετισμού των τάξεων και των συγκεκριμένων ιδιομορφιών της κάθε ιστορικής στιγμής». Αυτό είναι το δεύτερο ουσιαστικό δίδαγμα της Οκτωβριανής Επανάστασης

Τι σημαίνει αυτό και πως υπολογίζεται; Μια αμαρτία του κομμουνιστικού κινήματος είναι ότι πολλές φορές αντιλαμβανόταν τις τάξεις ως κλειστές κάστες και φρούρια, ως έτοιμους στρατούς που συγκρούονται διαρκώς στο πεδίο της μάχης. Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Για να λειτουργήσει ένα κοινωνικό σύστημα πρέπει να υπάρχει ένας εσωτερικός καταμερισμός εργασίας από τον οποίο προκύπτει και ο ταξικός διαχωρισμός και η σύνδεση ανάμεσα στις τάξεις, η σχέση και η επαφή τους. Δεν πρόκειται για κάτι σταθερό αλλά για μια συνεχώς μεταβαλλόμενη κατάσταση την οποία πρέπει κάθε φορά να την αντιλαμβανόμαστε με ακρίβεια. Διαφορετικά δεν θα καταφέρουμε ποτέ να ανταποκριθούμε στα συμφέροντα της εργατικής τάξης και να την καθοδηγήσουμε.

Θα φέρω ένα παράδειγμά από την επανάσταση του Οκτώβρη. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι μπολσεβίκοι αντιμετώπισαν το αγροτικό ζήτημα. Αναλύοντας την κοινωνική πραγματικότητα της τσαρικής Ρωσίας κατανόησαν πολύ νωρίς ότι η προλεταριακή επανάσταση έτρεχε μέσα και παράλληλα με την αστική επανάσταση που είχε καθυστερήσει πολύ να έρθει. Το σημείο- κλειδί για να μετατραπεί η υπερώριμη αστική επανάσταση σε προλεταριακή ήταν να αποσπαστούν οι αγροτικές λαϊκές μάζες από την επιρροή της αστικής τάξης. Κι αυτό μπορούσε να γίνει με δύο τρόπους: Είτε με την συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά- που πολιτικά θα μεταφραζόταν σε μια συμμαχία του κόμματος της εργατική τάξης με τα μικροαστικά- αγροτικά κόμματα (κυρίως του εσέρους)- είτε με το πέρασμα των αγροτών στο πλευρό της εργατικής τάξης, δηλαδή στην επιρροή του μπολσεβίκικου κόμματος. Στην πρώτη περίπτωση η πολιτική εξουσία θα είχε τον χαρακτήρα μιας μεταβατικής εξουσίας που ο Λένιν την ονόμασε «Δημοκρατική Δικτατορία του Προλεταριάτου και της αγροτιάς». Στη δεύτερη περίπτωση θα είχαμε δικτατορία του προλεταριάτου. Συνέβηκε το δεύτερο κάτω από πολύ ιδιαίτερες συνθήκες- τις οποίες εσφαλμένα ορισμένοι γενικεύουν. Η αστική επανάσταση του Φλεβάρη- με την ιδιομορφία της δυαδικής εξουσίας που την ακολουθούσε ως το τελευταίο βήμα της- δεν έλυσε το αγροτικό ζήτημα κι ούτε πίεσαν προς αυτή την κατεύθυνση τα σοβιέτ στο διάστημα που πλειοψηφία σ’ αυτά ήταν οι εσέροι και οι μενσεβίκοι με αποτέλεσμα το μπολσεβίκικο κόμμα να υιοθετήσει ολόκληρο το αγροτικό πρόγραμμα των εσέρων. Έτσι κέρδισε την εμπιστοσύνη των αγροτών. Αν δεν το έκανε απλά δεν θα γινόταν ποτέ η Οκτωβριανή επανάσταση.

Συμπυκνώνοντας θα έλεγα πως όταν μιλάμε για τάξεις και για ταξική πάλη πρέπει να ξέρουμε και για τις τάξεις που μιλάμε και για τις αμοιβαίες κάθε φορά σχέσεις τους. Αντί να μελετάμε την εκάστοτε πραγματικότητα, συνηθίσαμε να μιλάμε στο όνομα της εργατικής τάξης και να περιγράφουμε την αστική τάξη με συνομωσιολογικούς όρους, περίπου ως παντοδύναμη. Πρέπει να ξεκόψουμε οριστικά από αυτή την πρακτική.

Οι κλασικοί έλεγαν ότι η ταξική πάλη διεξάγεται σε τρία επίπεδα. Στο επιστημονικό θεωρητικό, στον οικονομικό- συνδικαλιστικό και στο πολιτικό. Οι μπολσεβίκοι πρόσεχαν και ανέπτυσσαν τη θεωρία, είχαν ισχυρούς δεσμούς με τις μάζες και έκαναν ουσιαστική πολιτική δουλειά. Όλα αυτά οφείλονταν στον χαρακτήρα του κόμματός τους. Στο λενινιστικό κόμμα νέου τύπου που κατάφερε να ενσωματώσει όλα τα θετικά στοιχεία των εργατικών πολιτικών οργανώσεων που προηγήθηκαν. Μια κακιά συνήθεια του κομμουνιστικού κινήματος είναι να προσηλώνεται στους τύπους και ν’ αποφεύγει την ουσία. Αυτό ακριβώς συνέβηκε και με το λενινιστικό κόμμα νέου τύπου. Κρατήσαμε την ταμπέλα κι αφήσαμε στην άκρη το περιεχόμενο. Το αποτέλεσμα ήταν η αναθεώρησή του από πολλές πλευρές.

Τι ήταν εκείνο που έκανε το μπολσεβίκικο κόμμα υπόδειγμα επαναστατικού κόμματος; Η τυφλή πειθαρχία στις αποφάσεις της ηγεσίας του; Δεν υπήρχε τέτοια πειθαρχία στο κόμμα του Λένιν. Κι ο ίδιος την απέρριπτε και την απεχθανόταν. Έγραφε στον Αριστερισμό: «Και πριν απ’ όλα γεννιέται το ερώτημα: πώς κρατιέται ή πειθαρχία τού επαναστατικού κόμματος του προλεταριάτου; Πως ελέγχεται; Πώς δυναμώνει; Πρώτο, με τη συνειδητότητα της προλεταριακής πρωτοπορίας και την αφοσίωσή της στην επανάσταση, την αντοχή της, την αυτοθυσία της, τον ηρωισμό της. Δεύτερο, με την ικανότητά της να συνδέεται, να πλησιάζει, και ως ένα ορισμένο βαθμό, αν θέλετε, να συγχωνεύεται με την πιο πλατιά μάζα των εργαζομένων, πρώτα-πρώτα με την προλεταριακή, μα ακόμη και με τη μη προλεταριακή εργαζόμενη μάζα. Τρίτο, με την ορθότητα της πολιτικής καθοδήγησης, που την πραγματοποιεί αυτή η πρωτοπορία, με την ορθότητα της πολιτικής στρατηγικής και τακτικής της, με τον όρο ότι οι πιο πλατιές μάζες θα πείθονται από την ίδια τους την πείρα γι’ αυτή την ορθότητα. Χωρίς αυτούς τους όρους είναι απραγματοποίητη η πειθαρχία μέσα σ’ ένα επαναστατικό κόμμα, πραγματικά ικανό να είναι το κόμμα της πρωτοπόρας τάξης, πού έχει καθήκον να ανατρέψει την αστική τάξη και να μετασχηματίσει όλη την κοινωνία. Χωρίς αυτούς τους όρους κάθε απόπειρα να δημιουργηθεί πειθαρχία μετατρέπεται αναπόφευκτα σε σαπουνόφουσκα, σέ λογοκοπία, σέ πιθηκισμούς. Από το άλλο μέρος, οι όροι αυτοί δεν μπορούν να παρουσιαστούν αμέσως. Τούς διαμορφώνει μόνο μια μακρόχρονη δουλειά, μια δύσκολη πείρα· η επεξεργασία τους διευκολύνεται με τι σωστή επαναστατική θεωρία, που με τη σειρά της δεν είναι δόγμα, αλλά διαμορφώνεται τελικά μόνο σέ στενή σύνδεση με την πρακτική δράση ενός πραγματικά μαζικού και πραγματικά επαναστατικού κινήματος» (Άπαντα, τόμος 41, σελ. 6-7) .

Τι ήταν εκείνο που έκανε το μπολσεβίκικο κόμμα υπόδειγμα επαναστατικού κόμματος; Η όλη λειτουργία του. Η σχέση του με τη θεωρία και τις μάζες, ο διαλεκτικός τρόπος που αντιμετώπιζε τη θεωρία και την πράξη, ο τρόπος που οργανωνόταν, λειτουργούσε και αποφάσιζε. Η δράση του.

Φτάσαμε νομίζω στο σημείο κλειδί. Στην εσωτερική λειτουργία του κόμματος που του επέτρεπε να ανταποκρίνεται στο ρόλο του. Όπως όλοι γνωρίζουμε το μπολσεβίκικο κόμμα λειτουργούσε με δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Μια έννοια και μια αρχή λειτουργίας, το περιεχόμενο της οποίας στην πορεία του χρόνου δέχτηκε πολλές αλλοιώσεις. Τις αλλοιώσεις αυτές, όχι μόνο αναθεωρητές του μαρξισμού αλλά και αφοσιωμένοι επαναστάτες τις αντιμετώπισαν με επιφανειακό τρόπο. Αντί να μελετήσουν τις αιτίες τους, να τις κατανοήσουν και να βγάλουν σωστά συμπεράσματα προχώρησαν σε εύκολες κρίσεις και απέρριψαν όλο το οικοδόμημα. Μακριά από εμάς τέτοια σκέψη. Ο σωστός δρόμος για να δούμε το σύγχρονο κόμμα της εργατικής τάξης, το κόμμα που η τάξη έχει ανάγκη είναι να αφομοιώσουμε την πείρα της λειτουργίας του μπολσεβίκικου κόμματος της λενινιστικής περιόδου, να κρίνουμε τις αλλοιώσεις στον ιστορικό χρόνο και τόπο που έλαβαν χώρα, να ενσωματώσουμε όλη τη θετική πείρα. Με αφορισμούς και αγκυλώσεις αποτέλεσμα δεν πρόκειται να υπάρξει.

 

Επιτρέψτε μου να κλείσω με μια τελευταία παρατήρηση. Είναι αλήθεια πως ενώ όλοι αποδεχόμαστε την επανάσταση του Οκτώβρη και επισημαίνουμε τη σημασία της, δεν αντιλαμβανόμαστε με τον ίδιο τρόπο την πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Τι ήταν αυτό που οικοδομήθηκε; Άλλοι λένε πως ήταν μια μορφή κρατικού καπιταλισμού. Άλλοι πως ήταν μια ιδιόμορφη κατάσταση, ένα ιδιαίτερο εκμεταλλευτικό σύστημα, άλλοι πως ήταν σοσιαλισμός μέχρι ενός σημείου και μετά έγινε μια μορφή εκμεταλλευτικού καθεστώτος ώσπου στο τέλος μετατράπηκε σε καθαρό καπιταλισμό.

Εμείς νομίζουμε πως είναι εύκολες και απλοϊκές αυτές οι ερμηνείες. Πολλές φορές μάλιστα έχουν αφετηρία τους μια εξιδανικευμένη εικόνα για τον σοσιαλισμό που ποτέ δεν θα υπάρξει στην πράξη κι άλλοτε προβάλλονται με το άγχος να βγάλουμε από πάνω μας τα αρνητικά του υπαρκτού σοσιαλισμού, να πετάξουμε το λερωμένο πουκάμισο, να αποποιηθούμε την ευθύνη του, για να εμφανιστούμε στις μάζες καθαροί και αμόλυντοι. Εμείς δεν πιστεύουμε πως μας εξυπηρετεί μια τέτοια αντιμετώπιση. Αντίθετα, πιστεύουμε πως πρέπει να αποδεχτούμε το παρελθόν ολόκληρο. Έτσι όπως είναι. Να παραδεχτούμε πως είναι δικό μας σε κάθε εκδοχή του, σε κάθε τάση και σε κάθε προλεταριακή επαναστατική απόπειρα που εμφανίστηκε στους κόλπους του. Να ανταποκριθούμε σ’ αυτό που έγραψε ο Μαρξ στην 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη: «Οι προλεταριακές επαναστάσεις, όπως οι επαναστάσεις του 19ου αιώνα κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους, διακόπτουν κάθε τόσο την ίδια τους την πορεία, ξαναγυρίζουν σε κείνο που φαίνεται ότι έχει πραγματοποιηθεί για να το ξαναρχίσουν από την αρχή, περιγελάνε με ωμή ακρίβεια τις μισοτελειωμένες δουλειές, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες των πρώτων τους προσπαθειών, φαίνονται να ξαπλώνουν χάμου τον αντίπαλό τους μόνο και μόνο για να του δώσουν την ευκαιρία ν' αντλήσει καινούριες δυνάμεις από τη γη και να ορθωθεί πάλι πιο γιγάντιος μπροστά τους, οπισθοχωρούν συνεχώς μπροστά στην ακαθόριστη απεραντοσύνη των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργηθεί η κατάσταση που κάνει αδύνατο κάθε ξαναγύρισμα και όπου οι ίδιες οι περιστάσεις φωνάζουν:

«Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!».