Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Σε άρθρο του με τίτλο Ανιστόρητες προσεγγίσεις ο Ριζοσπάστης Σαββάτου 30/6 - Κυριακής 1/7, πιεζόμενος προφανώς από ερωτηματικά που δημιουργεί η στάση του στο θέμα της ονομασίας της πΓΔΜ, επιχειρεί να δώσει απαντήσεις.

Πριν σχολιάσουμε τη θέση του κομμουνιστικού κόμματος, όπως την αναφέρει το άρθρο προς το τέλος του, να σημειώσουμε ότι το επιχείρημα που αναπτύσσεται ότι κοσμοπολίτες και εθνικιστές επιχειρούν να διαστρεβλώσουν τις θέσεις του ΚΚΕ διότι είναι η μόνη πολιτική δύναμη που φοβούνται σήμερα και οι θέσεις της είναι επικίνδυνες για τους σχεδιασμούς της αστικής τάξης, μάλλον δεν έχει βάση. Θα ήταν πολύ καλό, το καλύτερο και πιο ελπιδοφόρο, να συνωμοτούν όλοι εναντίον του ΚΚΕ επειδή είναι κίνδυνος για το σύστημα, αλλά τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Την αστική τάξη δεν την απασχολεί ούτε φοβάται σήμερα το ΚΚΕ και την υπόλοιπη αριστερά, πιο πολύ την απασχολούν οι διάφορες και οι αντιπαραθέσεις μέσα στα δικά της πλαίσια. Αυτή είναι η άποψη της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Τώρα ερχόμαστε στην κομματική θέση για τη συμφωνία των Πρεσπών, όπως διατυπώνεται στο άρθρο. Έχει τρία σημεία.

α) Στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία ειρήνης, φιλίας και συνεργασίας. Τέτοιες συμφωνίες δεν εξασφαλίζουν την ειρήνη και την ασφάλεια, αναφέρει η εφημερίδα. Αυτό δεν είναι λάθος, στο πλαίσιο του ιμπεριαλισμού οι διάφορες συμφωνίες κατά βάση φέρουν τη σφραγίδα του συσχετισμού δύναμης και αυτός γέρνει αποφασιστικά υπέρ της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Μόνο σε περιπτώσεις που ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ της εργατικής τάξης και της αστικής βρίσκεται σε σχετική ισορροπία, μόνο τότε, μπορεί να υπάρξει μια, ως ένα βαθμό, θετική συμφωνία. Ουσιαστικά, δηλαδή, σε μεταβατικές περιόδους βαθιών αλλαγών και πάλι δύσκολα για ιδιαίτερα μεγάλα θέματα.

β) Αναφέρεται η θέση για σύνθετη ονομασία με αυστηρά γεωγραφικό προσδιορισμό κ.λπ. και,

γ) Τα θέματα πρέπει να αντιμετωπίζονται ενιαία και όχι αποσπασματικά, δηλαδή με όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού η ουσία δεν βρίσκεται στο όνομα, αλλά σε όλα τα άλλα, που μπορούν να ανοίξουν θέματα αμφισβήτησης συνόρων, αλυτρωτισμού, υποδαύλισης του εθνικισμού κ.λπ.

Το ερώτημα που προκύπτει ευθύς αμέσως είναι: αν ληφθεί υπόψη ως καθοριστικός παράγοντας το ιμπεριαλιστικό πλαίσιο (που μόνο μετά την επανάσταση μπορεί μια χώρα να αποφύγει και πάλι όχι χωρίς συμβιβασμούς), τότε τι χρειάζεται η τοποθέτηση για όνομα, σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό ή κάτι άλλο, αφού δεν θα έχει νόημα καμιά διαπραγμάτευση μια και προοιμίου η συμφωνία θα είναι αντιλαϊκή. Το γενικότερο πλαίσιο ουσιαστικά αποκλείει κάθε συζήτηση για το συγκεκριμένο, δηλαδή το όνομα.

Η ουσία του προβλήματος όντως δεν βρίσκεται στο όνομα, αλλά στον εθνικισμό, στην αμφισβήτηση των συνόρων και των κυριαρχικών δικαιωμάτων κ.λπ. Με οποιαδήποτε συμφωνία, με την καλύτερη, δεν εξασφαλίζονται όλα αυτά, παρά μόνο με ισχυρό αντιπολεμικό και εργατικό κίνημα στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια και διεθνώς, τότε μόνο μπορεί να εμποδιστεί το κεφάλαιο να υλοποιήσει τις επιδιώξεις του. Όσο για τη γλώσσα και το έθνος, σημειώνουμε η σλαβομακεδονική γλώσσα δεν είναι ούτε βουλγαρικά, ούτε σερβικά, ούτε κάτι άλλο παρά μόνο σλαβική γλώσσα που ομιλούνταν στο μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας πριν τους βαλκανικούς πολέμους και στην πΓΔΜ πρόσφατα. Το έθνος επίσης σλαβομακεδονικό, χωρίς όμως καμία σχέση ιστορικά με τη μακεδονική δυναστεία και την αρχαία εποχή. Εξάλλου στην Ελλάδα το 1965 ακόμη ζούσαν στη δυτική Μακεδονία 150 χιλιάδες Σλαβομακεδόνες μέχρι που το ελληνικό κράτος σχεδόν τους εξαφάνισε. Αυτή δεν ήταν σλαβική εθνότητα; Η πίεση σε μια υπαρκτή κρατική και εθνική οντότητα να αλλάξει το όνομα της, τη γλώσσα της και τα χαρακτηριστικά της, βρίσκεται ένα βήμα από τον εθνικισμό. Είναι βλαπτική, για τη χώρα μας και τις σχέσεις της με τους γείτονες, για τους λαούς μας. Είναι η επιδίωξη των εθνικιστών και γενικότερα στοιχείο της αστικής πολιτικής. Με αυτό δεν εννοούμε ότι το ΚΚΕ πολιτεύεται κατ' αυτόν τον δρόμο, αλλά χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στο χειρισμό τέτοιων ζητημάτων που έχουν να κάνουν με την εθνική αξιοπρέπεια λαών.

Το ΚΚΕ χειρίστηκε το θέμα αυτό από το 1992 με καθαρότητα, πάνω σε αρχές και στις πάγιες θέσεις του μαρξισμού και του κομμουνιστικού κινήματος και με μια λεβεντιά, μην υπολογίζοντας πολιτικό κόστος και ερχόμενο σε αντίθεση τότε με ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο και πολύ καλά έπραξε. Δεν ήταν μόνο ο Α. Σαμαράς που δημιούργησε το ζήτημα αυτό στη χώρα και την περιοχή φτάνοντας τον εθνικισμό στα ύψη, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι. Ο Ανδρέας Παπανδρέου που πήρε τη σημαία του εθνικισμού όταν έγινε πρωθυπουργός το 1993 και λίγο αργότερα κήρυξε το εμπάργκο στην πΓΔΜ. Ας μην ξεχνάμε και τον Συνασπισμό, τον ΣΥΡΙΖΑ της εποχής εκείνης της Μ. Δαμανάκη και του Κύρκου, πολιτικών προγόνων του Α. Τσίπρα. Τότε το ΚΚΕ είχε στάση πατριωτική και διεθνιστική που συνέφερε όλους τους λαούς των Βαλκανίων γι’ αυτό και, παρά την τεράστια δυσφήμηση που δέχτηκε, ο λαός εκτίμησε την στάση του και βγήκε ωφελημένο.

Σήμερα, το ΚΚΕ συνεχίζει να πελαγοδρομεί σχετικά με το συνδυασμό των άμεσων προβλημάτων με τα γενικότερα, με το καθήκον της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού. Πρέπει όμως να σκεφτεί το εξής ζήτημα: μπορεί μια συμφωνία για ένα επιμέρους ζήτημα στις σημερινές συνθήκες ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας να έχει κάποια θετική επίδραση για το λαό και το λαϊκό κίνημα ή θα πρυτανεύει στη σκέψη το γενικότερο πρόβλημα, η ιμπεριαλιστική κυριαρχία και θα απορρίπτονται τα πάντα εκ προοιμίου;

Και για να μη μένει καμιά αμφιβολία, δεν θεωρούμε ότι το ΚΚΕ ή μια δύναμη κομμουνιστικής αναφοράς πρέπει να ψηφίσει τη συμφωνία αυτή στη βουλή. Πρέπει να τη θέσει στο γενικότερο πλαίσιο και να σταθεί αρνητικά, χωρίς όμως στο επιμέρους, στο όνομα, να προσπαθεί να ισοπεδώσει τα πάντα ανακαλύπτοντας προβλήματα στο όνομα και τη γλώσσα. Το πρόβλημα δεν πρόκειται να προέλθει από την πΓΔΜ, αλλά από τον ιμπεριαλισμό και τις αστικές τάξεις της περιοχής και από την αδυναμία μας να αναπτύξουμε το εργατικό και λαϊκό κίνημα και να σταθούμε αποτελεσματικά στη σημερινή συγκυρία.

 

                                                                                                 Κ. Λ.

IMAGE Ο παπάς, ο πανεπιστημιακός, ο δικαστής κι ο αστυνόμος
Πέμπτη, 08 Νοεμβρίου 2018
Γράφει ο Αμετανόητος. Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα μέχρι και τη δεκαετία του ’80, τρεις θεωρούνταν οι πυλώνες στήριξης της κατεστημένης εξουσίας: ο παπάς, ο δάσκαλος κι ο αστυνόμος. Ο αστυνόμος φρόντιζε να καταστέλλει τις λαϊκές αντιδράσεις κι όποτε... >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ