Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Γράφει ο Γεράσιμος Αραβανής.

Το περασμένο ήταν το τέταρτο Σάββατο που οι Γάλλοι διαδηλωτές που πήραν την προσωνυμία «κίτρινα γιλέκα» κινητοποιήθηκαν μαζικά και δυναμικά και, παρά την καταστολή και τον εκφοβισμό, δεν φαίνεται να κάμπτονται. Θα συνεχίσουν, όπως ανακοίνωσαν, και το επόμενο Σάββατο τις κινητοποιήσεις σ’ ολόκληρη τη Γαλλία. Έχουν γραφεί πάρα πολλά. Το κίνημα αυτό παρακολουθείται από ολόκληρη την Ευρώπη και όλο τον κόσμο, από τους εργαζόμενους αλλά -για εντελώς διαφορετικούς λόγους- και από την οικονομική ολιγαρχία και από τους πολιτικούς εκπροσώπους της. Θα περιοριστούμε σε ορισμένα συμπεράσματα, παρότι το κίνημα αυτό βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν μπορεί κανείς με σιγουριά να πει κάτι ολοκληρωμένα.

Πρώτο: Πρόκειται για ένα κίνημα εντελώς αυθόρμητο. Ξεκίνησε και συνεχίζει χωρίς πολιτική καθοδήγηση και συνδικαλιστική κάλυψη και επί πλέον χωρίς επεξεργασμένο συνολικό σχέδιο με ό,τι αυτό μπορεί να περιλαμβάνει (αιτήματα και διεκδικήσεις, στόχοι, πού αρχίζει και πού τελειώνει, συγκεκριμένη τακτική και κλιμάκωση και άπλωμα σε όλους τους κλάδους και τομείς της παραγωγής και της ζωής στη χώρα). Κανένα κόμμα δεν συνέβαλε στην προετοιμασία του και δεν βρίσκεται μέσα σ’ αυτό καθώς επίσης και κανένα μεγάλο συνδικάτο, δείγμα του πόσο μακριά από τις ανάγκες τις αγωνίες και τις διαθέσεις των εργαζομένων βρίσκονται τα κόμματα της γαλλικής αριστεράς –ΚΚ Γαλλίας και Ανυπότακτη Γαλλία– και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και κυρίως η αριστερή CGT. Χαρακτηριστικά σημειώνουμε ότι όλες οι τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι αντίθετες με το κίνημα αυτό ή πολύ επιφυλακτικές και μόνο σε μεμονωμένους κλάδους κήρυξαν απεργία όπως η 48ωρη απεργία στον τομέα της ενέργειας που κήρυξε η CGT.

Δεύτερο: Η βάση της δυσαρέσκειας και της απόγνωσης που το τροφοδοτεί δεν είναι η καλή οικονομική κατάσταση ενός μεγάλου τμήματος των Γάλλων εργαζομένων, αλλά κάτι πιο γενικευμένο. Είναι η συνολική απογοήτευση, η έλλειψη πίστης ότι κάτι μπορεί να εξελιχθεί θετικότερα γι αυτούς και τις οικογένειές τους, η έλλειψη εμπιστοσύνης -αν όχι η γενικευμένη απόρριψη των πολιτικών ηγεσιών και των θεσμών- και μια συνολικότερη αποστροφή στην απόρριψη της ασκούμενης πολιτικής δεκαετιών τώρα. Θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει πως είναι και η απόρριψη σ’ ένα βαθμό του ίδιου του κοινωνικού συστήματος, αλλά δεν βλέπουν κάτι άλλο στον ορίζονται να τους ελκύει, να τους πείθει και να γεννά ελπίδα. Υπάρχει σ’ αυτούς μια βαθιά αίσθηση των κοινωνικών διαφορών και της θέσης καθενός στο συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο, η αίσθηση ότι γι’ αυτούς όσες αλλαγές και να γίνουν δεν θα αλλάξει κάτι προς το καλύτερο: κυβερνήσεις μπορεί να αλλάζουν, εξαγγελίες να γίνονται και «δεσμεύσεις» να λαμβάνονται γι αυτούς όμως η κατάσταση θα χειροτερεύει. Έχουν την αίσθηση, την πεποίθηση ότι το σύστημα λειτουργεί για τους λίγους τους πλούσιους και κατόχους μεγάλων περιουσιών και επιχειρήσεων και οι δική τους μοίρα είναι υποδεέστερη ή στο περιθώριο.

Τρίτο: Η πολύχρονη λιτότητα και η συνεχής επιδείνωση των οικονομικών της λαϊκής πλειοψηφίας, ιδιαίτερα από το 1980 και ύστερα έχει οδηγήσει στην Γαλλία και σε ολόκληρη την Ευρώπη ένα μεγάλο τμήμα των λαών που βολοδέρνει μεταξύ εξαθλίωσης και φτώχιας, ανεργίας και υποαπασχόλησης σ’ αντίθεση με τον καλπάζοντα πλούτο, ενώ στερούνται όλο και περισσότερο ουσιαστικών κοινωνικών δικαιωμάτων. Τραγική είναι η κατάσταση στα γκέτο των μεταναστών στο Παρίσι που τροφοδότησε τις μεγάλες κινητοποιήσεις πριν από μερικά χρόνια. Αντιθέτως, μια μικρή μερίδα δισεκατομμυριούχων, που διαρκώς αυξάνουν, συσσωρεύουν αμύθητο πλούτο, μεγάλες περιουσίες και επιχειρήσεις την στιγμή που η προοπτική βελτίωσης των συνθηκών ζωής των φτωχότερων στρωμάτων είναι ανύπαρκτη. Πολλοί οικονομολόγοι στον δυτικό κόσμο -καθόλα υπερασπιστές της σημερινής οικονομικής τάξης πραγμάτων- είναι ιδιαίτερα απαισιόδοξοι. Δεν βλέπουν προοπτική ουσιαστικής οικονομικής ανάκαμψης. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι στον αναπτυγμένο κόσμο η ανάπτυξη δεν θα ξεπεράσει τις επόμενες 4-5 δεκαετίες κατά μέσον όρο το 1% ετησίως. Δηλαδή η ύφεση εγκαθίσταται μόνιμα και αυτό θα σημάνει μεγαλύτερη φτώχεια όξυνση των αντιθέσεων, αγανάκτηση και ξεσπάσματα.

Τέταρτο: Οι επόμενες μέρες θα είναι κρίσιμες για το κίνημα αυτό, αν δηλαδή θα συνεχίσει και θα δυναμώσει ή θα συρρικνωθεί και θα σταματήσει. Ως αυθόρμητο κίνημα έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που επιδρούν ανασταλτικά στην θετική προοπτική του. Η έλλειψη συνδικαλιστικής και πολιτικής στήριξης με τις δυνατότητες που δίνουν, η κούραση και η μεγάλη πιθανότητα να μην προχωρήσει η γαλλική κυβέρνηση σε ουσιαστικές παραχωρήσεις δεν συνηγορούν στην ανάπτυξή του. Από την άλλη, η γαλλική κυβέρνηση και οι μηχανισμοί της τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι δυνατότητες υπονόμευσης που έχει το κεφάλαιο δρουν και θα δράσουν για την εκτόνωσή του.

Ήδη οι κυβερνητικές μανούβρες για την εκτόνωσή του αξιοποιήθηκαν από την πρώτη μέρα. Ο Μακρόν, φοβούμενος την έκρηξη και τα σοβαρά πλήγματα στην ενότητα της κυβέρνησης και στο προσωπικό τους κύρος, πήρε μέτρα εκτόνωσης. Ο οικολογικός φόρος στα καύσιμα, που καταρχήν πυροδότησε τις κινητοποιήσεις, ανεστάλη και στην συνέχεια αποσύρθηκε και αναζητούνται άλλοι τρόποι για να υλοποιήσει η κυβέρνηση τα σχέδια της. Για τη φορολογία της μεγάλης περιουσίας που καταργήθηκε ο Μακρόν ανακοίνωσε ότι επανεξετάζεται η επαναφορά της. Έφτασε στο σημείο να ανακοινώσει επιδότηση των εργαζομένων με 100 ευρώ και ζήτησε εκ των υστέρων συγνώμη για την επιβολή των μέτρων. Όλα αυτά φυσικά αναστέλλονται προσωρινά ώσπου να εκτονωθεί η κατάσταση.

Το πιο αξιόπιστο και αποτελεσματικό μέσο όμως για την υπονόμευση του κινήματος είναι η καταστολή. Το περασμένο Σάββατο η κυβέρνηση κινητοποίησε 89000 άνδρες των σωμάτων ασφαλείας μαζί με τεθωρακισμένα, προβοκάτορες κλπ. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης που κήρυξε μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι και άλλες πόλεις παλιότερα, σχεδιάζεται αν χρειαστεί να επανέλθει. Οι κάτοικοι των πόλεων κλήθηκαν να μην βγουν από τα σπίτια τους ενώ κλειστά παρέμειναν και τα μεγάλα καταστήματα. Βρισκόμαστε μπροστά σε κατάσταση που θυμίζει χώρες υπό κατοχή και -σε χώρα της «δημοκρατικής» Ευρώπης- η εικόνα αυτή γενικεύεται. Δεν φαίνεται να υπάρχει ο παραμικρός δισταγμός για κάθε είδους αυταρχικά μέτρα και περιορισμό των λαϊκών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

Επιπλέον ο Μακρόν προσπαθεί να δημιουργήσει τους όρους τις υπονόμευσης του κινήματος και της επιβολής εργασιακής ειρήνης και με άλλους τρόπους. Ζήτησε από τα κόμματα την δημιουργία ένωσης για την προστασία της δημοκρατίας. Από ποιους, στ’ αλήθεια, κινδυνεύει η δημοκρατία στην Γαλλία; Στην ένωση που οραματίζεται ο Μακρόν τα κόμματα και οι κοινωνικοί φορείς θα συμπράττουν στην χωρίς αντιστάσεις επιβολή της κοινωνικής ειρήνης και την υποταγή των εργαζομένων. Εκπλήσσεται η γαλλική ηγεσία για την βία στους δρόμους, αναρωτιέται τι την προκαλεί και αναφέρεται στην ανάγκη ενότητας του έθνους, όταν ο ίδιος ο Μακρόν την υπονόμευσε και πυροδότησε τις αντιδράσεις με την ακραία φιλελεύθερη ταξική πολιτική που ακολουθεί.

Οι Γάλλοι εργαζόμενοι δεν έχουν άλλο δρόμο από την αντίσταση. Μοιραία σε ένα κίνημα ανοργάνωτο, έρχονται και οι βίαιες πράξεις και, ασχέτως αν αυτές είναι αντικειμενικά χρήσιμες και αποτελεσματικές για το κίνημα, η εύκολη καταδίκη τους από την κοινωνία είναι λανθασμένη. Το σύνολο των εργαζομένων στην Γαλλία και σε όλη την Ευρώπη οφείλουν να καταγγείλουν την κρατική καταστολή και την βία κάθε είδους και περισσότερο την βία που εμπεριέχει η καταδίκη των λαών στην ανεργία, την πείνα και την ανέχεια. Οι κινητοποιήσεις των «κίτρινων γιλέκων» έχουν την υποστήριξη των 2/3 της γαλλικής κοινής γνώμης η οποία πρέπει να γίνει πολύ περισσότερο ενεργητική.

Πέμπτο: Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται από καιρό τώρα στον κυκεώνα οξύτατων αντιθέσεων. Η δυσαρέσκεια των εργαζομένων εντείνεται, οι αντιθέσεις μεταξύ των αστικών τάξεων -ιδιαίτερα των μεγάλων χωρών- παίρνουν διαστάσεις, ενώ η εκμετάλλευση των μικρών και εξαρτημένων χωρών του ευρωπαϊκού νότου, κυρίως, μεγαλώνει κατακόρυφα την αγανάκτηση των λαών τους απέναντι στο ιμπεριαλιστικό κίνημα της ευρωπαϊκής ένωσης, την στιγμή που το μονοπωλιακό κεφάλαιο των χωρών αυτών εξυπηρετείται με το καλύτερο τρόπο με την πολιτική αυτή. Η ΕΕ είναι ένα καζάνι που βράζει και δεν φαίνεται βαλβίδα διαφυγής. Η αγανάκτηση των λαών εκφράζεται είτε με την άνοδο των λαϊκών αγώνων, όπως στην περίπτωση της Γαλλίας, είτε, το πιο σύνηθες- βρίσκει διέξοδο προς την άκρα Δεξιά. Ο κίνδυνος του φασισμού είναι ορατός και, καθώς οι δυνατότητες ουσιαστικής μεταρρύθμισης στην ΕΕ για να αμβλυνθούν οι αντιθέσεις φαντάζει δύσκολη, η έκρηξη και η κατάρρευση της Ένωσης δεν αποκλείεται ή τουλάχιστον αναμένονται σοβαρές εξελίξεις.

Έκτο: Η δύναμη που θα μπορούσε να δώσει διέξοδο θετική στα προβλήματα και τους αγώνες των εργαζομένων και θα συμβάλει στην ανάπτυξη των αγώνων τους, η μαχόμενη αριστερά, φαίνεται να εξαντλεί τα καύσιμά της σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι όχι μόνο γιατί θα είναι σοβαρές οι επιπτώσεις στους εργαζόμενους αφού η αντίστασή τους είναι δύσκολο να οργανωθεί. Κυρίως, όμως, λόγω του κινδύνου της στροφής των κοινωνιών στην αντίδραση και η απαξίωση στα μάτια των λαών και της εργατικής τάξης όχι μόνο των πολιτικών δυνάμεων της, αλλά και των αξιών και των ιδεών της, του απελευθερωτικού μηνύματός της και -σε τελική ανάλυση- του ίδιου του μαρξισμού. Σε μια τέτοια περίπτωση οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές.

Το πιο επείγον καθήκον των κομμουνιστών και των αριστερών αγωνιστών είναι αφενός μεν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος και να οργανώσουν τους αγώνες και αφετέρου να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του επαναστατικού πολιτικού φορέα της εργατικής τάξης.

IMAGE Το Νόμπελ ειρήνης
Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019
Γράφει ο Γιάννης Φασουλάς. Ακούμε τελευταία ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξης Τσίπρας μαζί με τον Ζόραν Ζάεφ, θα είναι υποψήφιοι για το φετινό Νόμπελ ειρήνης. Τους προτείνουν για την συμφωνία των Πρεσπών. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ