Κομβικό ζήτημα για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, που πρέπει να προωθηθεί το επόμενο διάστημα, είναι η μετεξέλιξή του σε κόμμα μαζικό, με νέα χαρακτηριστικά από ότι μέχρι τώρα. Κάτι δηλαδή σαν το ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1974-1985, όπως τα προπαγανδιστικά έντυπα του αναφέρουν. Στο στόχο αυτό η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προσδίδει πολύ μεγάλη σημασία και πρέπει να σημειώσουμε ότι η υλοποίησή του συναντά αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος.

Στόχος, με βάση τις αποφάσεις του, είναι η μετεξέλιξη του σε ένα ακόμα μαζικό, να φτάσει δηλαδή τις 180.000 μέλη από 30.000 που έχει σήμερα, δηλαδή ο αριθμός των μελών  του να φθάσει στο 10% των ψηφοφόρων του. Παράλληλα, να μετεξελιχθεί σε μία νέα πολιτική οργάνωση, να δημιουργηθεί ένα νέο κόμμα. Όχι κυρίως ως προς τον πολιτικό χαρακτήρα του, το πρόγραμμα, τις συμμαχίες και τα συμφέροντα που εκπροσωπεί, αλλά ως προς τη συγκρότηση του, τον τρόπο δηλαδή οργάνωσης και λειτουργίας του.

Επιδιώκει να αποκτήσει οργανωμένη βάση μέσα στον κόσμο της μισθωτής εργασίας και γενικότερα στο λαϊκό κόσμο και να πάψει να είναι ένας εκλογικός μηχανισμός προσδεδεμένος στην κυβέρνηση και το κράτος. Η διαφορά του όμως με το ΠΑΣΟΚ  της αρχικής περιόδου είναι ακριβώς στο σημείο αυτό. Το  ΠΑΣΟΚ είχε ισχυρούς δεσμούς με τον εργατικό κόσμο, ισχυρή επιρροή στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και σε αυτό των μεσαίων στρωμάτων, κάλυπτε πολιτικά σημαντικά τμήματα της κοινωνίας.

Αντιλαμβάνεται η ηγεσία του ότι χωρίς μαζικό κόμμα και ισχυρή γείωση του στην κοινωνία η διατήρησή του στο ρόλο του δεύτερου, του «αριστερού» πόλου του δικομματισμού είναι ιδιαίτερα προβληματική και για αυτό δεν φτάνει ο επιθετικός νεοφιλελευθερισμός της Νέας Δημοκρατίας, ούτε οι υποσχέσεις για αποκατάσταση του κατώτατου μισθού, η διατήρηση των συντάξεων και  η μείωση του ΕΝΦΙΑ.

Οι δεκάδες χιλιάδες όμως νέα μέλη, στο βαθμό που ο στόχος αυτός επιτευχθεί, θα είναι  ένας κόσμος με περισσότερο κεντρώα και σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά, πιο μακριά από τις δυνάμεις του παλιού ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και μέχρι το τελευταίο διάστημα. Θα υποχωρήσουν τα οποία χαρακτηριστικά θυμίζουν ρεφορμιστική οργάνωση, η συμμετοχή, η σχέση ηγεσίας βάσης και ο όποιος έλεγχος η βάση μπορούσε να ασκήσει, καθώς και ορισμένες ιδεολογικές αναφορές και ευαισθησίες.

Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την επιδιωκόμενη εκλογή του προέδρου κατευθείαν από τα μέλη του κόμματος και η άντληση της εξουσίας του κατευθείαν από τη βάση και χωρίς την εκλογή από ένα συνεκτικό συνέδριο και τον όποιο έλεγχο από μία κεντρική επιτροπή, θα διαμορφώσει ένα προσωποπαγές αρχηγικό κόμμα όπου ο πρόεδρος θα είναι η μοναδική εξουσία και θα αναφέρεται κατευθείαν στη βάση.

Έτσι όμως υπονομεύεται το έδαφος για την ύπαρξη τάσεων και ομάδων με επιρροή και κάποια συνεκτικότητα και άρα η δυνατότητα ελέγχου της ηγεσίας και φυσικά εξυπηρέτησης των ιδιαίτερων συμφερόντων και φιλοδοξιών.

Το πείραμα της εκλογής κατευθείαν από τη βάση εφαρμόστηκε από το ΠΑΣΟΚ κατά την περίοδο του Γιώργου Παπανδρέου και ύστερα από τη Νέα Δημοκρατία, είναι δοκιμασμένο, υπάρχει πλέον πείρα.

Σε αυτό το σημείο ακριβώς εντοπίζονται και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ αφού ουσιαστικές διαφορές στην ακολουθούμενη πολιτική, στη συνεπή τήρηση του μνημονίου, στον συγχρωτισμό με τη σοσιαλδημοκρατία και στον αμερικανονατοϊκό προσανατολισμό δεν υπάρχουν. Εκεί είναι όλοι σύμφωνοι.

                                                                                          

 Τ. K.