Το συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ για το οποίο ο Εργατικός Αγώνας έγραψε (εδώ και εδώ) το προηγούμενο διάστημα πραγματοποιήθηκε. Στο άρθρο αυτό θα επιδιώξουμε την εξαγωγή ορισμένων βασικών συμπερασμάτων που θεωρούμε ότι μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη μιας συζήτησης για το εργατικό κίνημα στη χώρα και για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη οργάνωση των αγώνων.

Καταρχήν το συλλαλητήριο ήταν μια σχετικά μαζική διαδήλωση, αν ληφθούν υπόψη διάφοροι παράγοντες που επηρέασαν και επηρεάζουν την ανάπτυξη των εργατικών αγώνων. Τέτοιοι είναι: η πολύ μεγάλη όξυνση των προβλημάτων, η ολοκληρωτική απώλεια του κύρους των ηγεσιών των τριτοβάθμιων οργανώσεων, η πολύ χαμηλή μαζική δραστηριότητα των εργατών και των υπαλλήλων καιρό τώρα, ο πανελλαδικός χαρακτήρας που το συλλαλητήριο είχε και η δίμηνη προετοιμασία του, κ.λπ.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ενεπλάκησαν, με βάση τους διοργανωτές, 1000 μαζικοί φορείς από όλη τη χώρα. Η μεγάλη πλειοψηφία τους ήταν της επιρροής του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ, αλλά συνέβαλε και ένας αριθμός σωματείων και φορέων όπου το ΠΑΜΕ μειοψηφεί. Από αυτό μπορεί κανείς να συνάγει ότι έγινε μια πιο καλά οργανωμένη δραστηριότητα. Το ΠΑΜΕ δεν περιορίστηκε στη συζήτηση και στη ζύμωση του μόνο στα όργανα του και σε ένα αριθμό σωματείων που επηρεάζει, αλλά προσπάθησε να κινήσει και άλλους φορείς. Η συμμετοχή τέτοιων φορέων δείχνει τις αγωνιστικές διαθέσεις και τις δυνατότητες που υπάρχουν για την ανάπτυξη των αγώνων. Όχι ότι η αδράνεια -που σε πολλές περιπτώσεις είναι παραλυτική- ξεπεράστηκε. Όμως, φάνηκε ότι διαθέσεις αγωνιστικές στους εργατοϋπαλλήλους υπάρχουν και μπορούν να αναπτυχθούν περισσότερο, αν συντρέξουν και οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Αυτό το συμπέρασμα είναι, κατά τη γνώμη μας, πολύ σημαντικό.

Ένα άλλο συμπέρασμα που μπορούμε να εξάγουμε είναι ότι γίνεται αντιληπτό ευρύτατα το τεράστιο κενό που αφήνουν -με την αδράνεια και με την τακτική τους- η ΓΣΕΕ κι η ΑΔΕΔΥ (γενικότερα ο κυβερνητικός και εργοδοτικός συνδικαλισμός) καθώς και το σιγοντάρισμα τους στην κυβέρνηση, της μεγαλοεργοδοσία το οποίο συνέβαλε στο πάγωμα των κινητοποιήσεων τα δύο τελευταία χρόνια,. Κι ότι όλα αυτά προβληματίζουν τους εργαζόμενους και παράλληλα αφήνουν πολύ μεγάλο χώρο για την ανάπτυξη της ταξικής δράσης και των αγώνων που είναι δυνατόν να δώσουν αποτελέσματα και να διαφοροποιήσουν βαθιά το συσχετισμό δύναμης στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Για το πλαίσιο των αιτημάτων και γενικότερα το περιεχόμενο του συλλαλητηρίου τοποθετηθήκαμε και σε προηγούμενο άρθρο. Τα όσα διαβάσαμε στα υλικά του ΠΑΜΕ και ακούσαμε στο ίδιο το συλλαλητήριο, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επισήμανση μας αποδείχθηκε ορθή. Τα αιτήματα κινήθηκαν σ' ένα πλαίσιο οικονομικών διεκδικήσεων για την επιβίωση των εργαζομένων με μια επικέντρωση στους ανέργους, στους μισθούς (759 € κατώτερος) στις συντάξεις κ.λπ. Εξάλλου, το κεντρικό σύνθημα του συλλαλητηρίου «δεν θα ζήσουμε με ψίχουλα» τα λέει όλα.

Όλα τα οικονομικά αιτήματα και όλοι οι αγώνες για την καλυτέρευση της ζωής των εργαζομένων είναι εντελώς απαραίτητα. Είναι η αιχμή του δόρατος αν θέλουμε να κινητοποιηθούν πλατύτερα τμήματα των εργατών και των υπαλλήλων. Το θέμα της επιβίωσης και της ανακούφισης του λαού δεν παίρνει καμία αναβολή. Εμείς δεν υποτιμάμε σε καμιά περίπτωση τα οικονομικά αιτήματα, έχουν μεγάλη σημασία. Θεωρούμε όμως ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά το πρόβλημα είναι γενικότερο, το οποίο αν δεν αντιμετωπιστεί δεν θα βγει σε καλό. Και αυτό είναι η έλλειψη πολιτικού πλαισίου και πολιτικών αιτημάτων που θα ζυμωθούν και θα τα αποδεχθεί η εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημα, ώστε να δίνουν οι αγώνες και η μαζική δράση ολοκληρωμένες απαντήσεις στα επίμονα ερωτήματα των εργαζομένων.

Εκτός από τα οικονομικά αιτήματα, είναι ανάγκη να προβληθεί και η διέξοδος από τη σημερινή κατάσταση -αν υπάρχει- και πού βρίσκεται η προοπτική. Χωρίς τη διατύπωση από το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα μιας ολοκληρωμένης πρότασης που θα παίρνει υπόψη της την ωριμότητα των εργαζομένων σε κάθε χώρο (όσον αφορά το βάθος των αιτημάτων και του πλαισίου και ιδιαίτερα των πολιτικών αιτημάτων), ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα δεν είναι δυνατόν να διαμορφωθεί. Σε κάθε όμως περίπτωση πρέπει να είναι οργανικά στοιχεία του πλαισίου και του περιεχομένου των αγώνων τα βασικά πολιτικά ζητήματα όπως:

  • η απαλλαγή από τα μνημόνια και την τρόικα,
  • η διαγραφή του χρέους,
  • το ζήτημα των τραπεζών,
  • ο αγώνας εναντίον της ΕΕ και του ευρώ στην προοπτική της αποδέσμευσης,
  • η ανάγκη να ηττηθούν οι δυνάμεις που φέρουν την ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση και συνεχίζουν την ίδια αδιέξοδη πορεία,
  • η απαλλαγή από τη σημερινή κυβέρνηση και παράλληλα η ανάγκη να μην πάμε σε «αντιμνημονιακή» κυβέρνηση που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα συνεχίσει την πολιτική των μνημονίων, έστω και με ορισμένα στοιχεία ανακούφισης των εργαζομένων.

Αν σε όλα αυτά δεν δίνονται απαντήσεις, η πρόταση θα είναι ελλιπής, θα είναι ανολοκλήρωτη και η προοπτική συσπείρωσης της εργατικής τάξης και των εργαζομένων δεν πρόκειται να προχωρήσει και να είναι αποτελεσματική. Η ανάπτυξη των αγώνων με αμιγώς οικονομικά αιτήματα πρέπει να σκεφτούμε πού μπορεί να οδηγήσει και ποιος πιθανότατα θα ωφεληθεί από αυτήν. Ο κίνδυνος ενίσχυσης του «μικρότερου κακού» στις ερχόμενες εκλογές αλλά και γενικότερα είναι μεγάλος. Αν δεν δοθούν ολοκληρωμένες απαντήσεις στα επίμονα ερωτήματα των εργαζομένων για το τι πρέπει να γίνει, η απραξία και η αναμονή των εκλογών αφενός και ο κίνδυνος ανάδειξης μιας κυβέρνησης στα όρια της αποδοχής του κεφαλαίου αφετέρου, θα κυριαρχήσουν. Αυτό το ζήσαμε και πλέον το γνωρίζουμε.

Θεωρούμε επίσης ότι η όποια δυναμική είχε -αν είχε- ο συγκεκριμένος τρόπος οργάνωσης και δράσης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος (όπως υπάρχει και λειτουργεί σήμερα, με τις ξεχωριστές συσπειρώσεις των συνδικάτων ανάλογα με το κόμμα στο οποίο πρόσκειται η ηγεσία τους, με τις ξεχωριστές συγκεντρώσεις και γενικά τη διαίρεση και την τεμαχισμένη δράση) έχει εξαντληθεί. Η εργατική τάξη πρέπει να συσπειρωθεί, να δράσει ενιαία, να διεκδικήσει τη βελτίωση της ζωής και της προοπτικής της, να διαμορφώσει την ενότητα της και όχι μόνο οργανωτικά. Αυτό είναι τεράστιο πρόβλημα και χωρίς λύση του, πραγματική προοπτική για την εργατική τάξη και το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπορεί να υπάρξει. Στο ζήτημα αυτό η θεωρία του μαρξισμού και η πείρα του Κομμουνιστικού κινήματος έχουν απαντήσει συγκεκριμένα. Η τακτική που πρέπει να ακολουθηθεί είναι η τακτική του ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης και των εργαζομένων στη βάση συμφωνημένου πλαισίου οικονομικών και πολιτικών αιτημάτων που δίνει διέξοδο στις άμεσες διεκδικήσεις και ανοίγει προοπτική στο πολιτικό επίπεδο.

Η απεργία της 27ης Νοέμβρη μπορεί να αποτελέσει σταθμό στην πορεία ανάπτυξης του κινήματος και να ανοίξει δρόμους. Αρκεί η πείρα που συγκεντρώνεται, τα αδιέξοδα και η υποχώρηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος που ζήσαμε, να αξιοποιηθούν κατάλληλα. Θεωρούμε ότι οι επισημάνσεις μας είναι στη σωστή κατεύθυνση και θα συμβάλουν σε αυτό.

                                                                                                                       Α. Κ.