Σε μια εποχή που η ποίηση και γενικότερα η Τέχνη χειμάζονται κι αυτές από τη μνημονιακή λαίλαπα, έχει ιδιαίτερη αξία να θυμόμαστε πώς υπερασπίζονταν οι εργάτες του πνεύματος τους καλλιτεχνικούς τους θησαυρούς απέναντι σ’ εκείνους που κήρυτταν την ήττα των επαναστατικών ιδεών και της στρατευμένης Τέχνης. Ο Εργατικός Αγώνας παρουσιάζει το ενδιαφέρον αυτό σημείωμα του Τάσου Βουρνά στο φύλλο 109 του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1964. Πιστεύουμε πως, παρά το μισό αιώνα που μας χωρίζει από τη συγγραφή του, ο αναγνώστης θα ανακαλύψει πολλά κοινά σημεία με το Σήμερα.

 

του Τάσου Βουρνά

Το πρόβλημα της ποίησης των νέων, η καταγωγή της, η ιδεολογία της και οι παλινδρομήσεις της, οι στόχοι της και η ανθρωποκεντρική λειτουργία της, το βάθος και το βάρος της, οι τάσεις της, η περιπτωσιολογία της, ο χώρος που καταλαμβάνει στη σύγχρονη συνείδηση καθώς και ο ρόλος της στη μεταμόρφωση της κοινωνίας μας, απασχολούν τον κριτικό στοχασμό των νέων μας ερευνητών. Ο καθένας, οπλισμένος με τη φίλεργη ερευνητικότητά του, κινεί τη σκέψη του σε αξιοσημείωτη κλίμακα και προσπαθεί να ερμηνεύσει ένα φαινόμενο που δείχνει να καταλαμβάνει ολόκληρο το συνειδησιακό μας πεδίο: η ποίηση ορισμένων νέων και συγκεκριμένα η προοδευτική ποίηση κατέχεται από το άγχος της πολιτικής ήττας, που δημιουργεί μοιραίες επιπτώσεις και στον ιδεολογικό κόσμο των ποιητών. Οι λειτουργοί της φαίνονται να κατέχονται «από την αίσθηση ότι ο άνθρωπος βγαίνει καθημαγμένος από μιαν ήττα που δεν σημαδεύει ανεξίτηλα μονάχα τον ελληνικό χώρο, άλλα είναι γενικά ήττα της ανθρωπότητας, του πολιτισμού» (Λεοντάρης).

Αναφέρομαι εδώ με μια ακραία, όσο και πολύ επικρατούσα άποψη ανάμεσα σε ένα στενό κύκλο νέων στοχαστών μας της προοδευτικής όχθης. Γιατί υπάρχουν και απόψεις από την αντίπερα όχθη (που θα τις δούμε στην πορεία των συλλογισμών μας) με εντελώς διαφορετικές προθέσεις και εντελώς διαφορετική προβληματική. Σ’ αυτές δεν μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε ούτε το βάσανο της έρευνας, ούτε την καλοπιστία τού στοχασμού, πράγμα που δεν αμφισβητούμε ούτε μια στιγμή στις απόψεις των προοδευτικών νέων κριτικών, γιατί διακρίνονται από μια γνησιότητα προβληματισμού και μια ζωηρή επιθυμία να επισημάνουν την αλήθεια για το καλό της προοδευτικής μας ποίησης, της λειτουργίας της και του προορισμού της. Θα ήθελα, λοιπόν, να αποκαταστήσω ένα διάλογο με τους προοδευτικούς μας κριτικούς που αγωνιούν αυτή τη στιγμή για το παρόν και το μέλλον της ποίησής μας, για την ποιότητα της ιδεολογικής της φόρτισης, για την αξία του μηνύματος της. Η ποίηση που ξεκινά από το άγχος και την αβεβαιότητα, η ποίηση που αποτελεί διαμαρτυρία για τη μεταπολεμική περιπέτεια στην Ελλάδα, η ποίηση πού κινείται από την πεποίθηση ότι σήμανε η ώρα ν' ανακαλυφθεί «η εσωτερική ανεπάρκεια, η αντιφατικότητα και η ουτοπικότητα πολλών από τις βασικές αντιλήψεις της αντιστασιακής ιδεολογίας» (Λεοντάρης) , η ποίηση που συνειδητοποίησε το βάρος του πλήγματος μιας ήττας, είναι αυτή που εκπροσωπεί σήμερα το πολιτικό και ιδεολογικό ισοδύναμο των ήμερων μας; Ο αξιόλογος νέος κριτικός Βύρωνας Λεοντάρης, που η πολύ προσεκτική κριτική σημειογραφία του στην «Επιθεώρηση Τέχνης» καθώς και μερικές γενικότερες μελέτες του για την ποίηση στο ίδιο περιοδικό ή σέ άλλα λογοτεχνικά έντυπα τον έχουν κατατάξει στους γνώστες του θέματός τους, φαίνεται να έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Η ποίηση, καίγοντας τα αντιστασιακά φτερά της στη φλόγα του εμφυλίου πολέμου, χτυπημένη από την ήττα και με κλονισμένη την πεποίθησή της «για το ανεξάντλητο του ανθρώπινου δυναμικού και τού ατομικού και ομαδικού ηρωισμού» έχει αλλάξει προσανατολισμό. Και φαίνεται να πιστεύει για τους ποιητές ότι «κάποτε πολλούς τους κερδίζει η ποίηση τη στιγμή ακριβώς που πάει να τους χάσει η ιδεολογία τους». Η αποδέσμευση του κριτικού στοχασμού, το άγχος της ήττας, η αναθεώρηση της πίστης σε ορισμένες κοινωνικές και πολιτιστικές καταπτώσεις, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης του ποιητή ότι επιδρά στη μεταμόρφωση του κόσμου, η παλινδρόμηση της ποιητικής συνείδησης και η θεώρηση με ένα τρίτο μάτι «της διανυομένης ως τώρα ψυχικής του πείρας», διευρύνει την ποιητική δράση και πλουτίζει το υλικό του, κάνει τη ματιά του ποιητή πρισματική και την αίσθησή του σύνθετη, καθώς επεμβαίνει στην ποιητική κατεργασία η μνήμη. Φορτισμένη με όλον αυτό τον πλούτο συναισθημάτων και ιδεών η ποίηση —κατά τον Β. Λεοντάρη— (που προσπάθησα παραπάνω να συνοψίσω τα βασικά σημεία στήριξης του στοχασμού του), κερδίζει σε διάρκεια και βάθος και «τα μακρόπνοα και μονόπνοα ποιήματα παραμερίζονται τώρα από ενότητες επαλλήλων διαθέσεων». Η ποίηση από οδηγός της ανθρώπινης ψυχής, ταυτίζεται με τη φιλοσοφία και προσπαθεί να κατακτήσει την αλήθεια. «Ο καθοδηγητικός ρόλος της ποίησης, όπως τον καταλάβαιναν οι αντιστασιακοί ποιητές, απορρίπτεται τώρα σα μύθος» — συμπεραίνει ο Λεοντάρης. Και επισημαίνει τα νέα βήματά της σ’ ένα στίχο του Πατρίκιου: «Το μόνο που μπορεί να κάνει σήμερα ο ποιητής είναι να ρίξει «λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή».

***

Σαν σκεπτόμενος άνθρωπος μ’ ένα συγκεκριμένο σύστημα ιδεολογίας, πιστεύω στην αλήθεια που διακήρυξε ο Λειβαδίτης σ’ ένα στίχο του: «Η δημιουργία του κόσμου δεν τέλειωσε ακόμα - την αποτελειώνουν οι εργάτες και οι ποιητές». Αυτό σημαίνει πως βλέπω από διαφορετική οπτική γωνία το χώρο της ποίησης και αναγνωρίζω στη λειτουργία της διαφορετικό προορισμό από τη φιλοσοφία. Με βάση αυτή την πίστη μου, ας μου επιτραπεί να προβάλω μερικές απόψεις, ζητώντας ταυτόχρονα να υποβληθούν στη βάσανο τού διαλόγου, για την επιβεβαίωση ή την απόρριψή τους.

Ό Βύρωνας Λεοντάρης επισημαίνει σ’ όλο τον ποιητικό μας χώρο την ιδεολογία της ήττας, που μάς οδήγησε σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα. Ξεκινώντας περιπτωσιολογικά από δύο ποιητικά βιβλία νέων ποιητών, ευρύνει το θέμα του και τον προβληματισμό του επεκτείνοντάς τον σέ όλα σχεδόν τα ποιητικά μας κεφάλαια και υπογραμμίζοντας με προσοχή και επιμονή τα φαινόμενα μέσα στην ποιητική δημιουργία του μεταπολέμου. Ξεκινάει από ένα πραγματικό γεγονός: την ήττα της Αριστεράς μετά τον εμφύλιο πόλεμο και την παρακολουθεί στις επιπτώσεις της πάνω στην ποίηση αποκλειστικά. Τεκμηριώνοντας την άποψή του για τον ταυτισμό αυτής της ήττας με μια παράλληλη ιδεολογική, και ανατρέχοντας σέ βιβλία και στίχους των ποιητών μας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν βρισκόμαστε απλώς μπροστά σ’ ένα σύμπτωμα των ημερών μας αλλά ανιχνεύουμε το φαινόμενο μιας ιδεολογικής στροφής, πού έρχεται ν’ αρδεύσει κατά διαφορετικό τρόπο τον πνευματικό μας χώρο. Ουσιαστικά, δηλαδή, η ήττα αποκάλυψε στους ποιητές μας το δρόμο της Δαμασκού, σύντριψε ιδεολογικά είδωλα και τούς φέρνει κοντύτερα στον πυρήνα της ψυχής τού σύγχρονου ανθρώπου. Ουδέποτέ, δηλαδή, κατά τον Β. Λεοντάρη, μια καταστροφή έφερε τόσο ώριμους καρπούς στον πολιτιστικό μας χώρο, παλινορθώνοντας την ποίηση στο αληθινό της βάθρο...

Θεωρώ τη βασική σπονδύλωση των απόψεων του φίλου κριτικού σα λαθεμένη. Και εξηγώ γιατί. Ο Βύρωνας Λεοντάρης ξεκινά από δυο σφαλερές αφετηρίες: Πρώτο ότι ή ήττα συμπαρακολουθείται νομοτελειακά και αναγκαία από ιδεολογική ήττα και δεύτερο παίρνει ένα τμήμα της αλήθειας, τη διαπίστωση της ήττας και το καθιστά ολοκληρωτική αλήθεια αμετακίνητα, κάτι που εδραιώθηκε μόνιμα, σαν ύστερα από μια γεωλογική αναστάτωση ή ένα σεισμό, και καθορίζει πια οριστικά και στατικά το πολιτικό και ιδεολογικό μας τοπίο. Και στις δύο περιπτώσεις νομίζω πως μπορούμε να επισημάνουμε το λάθος. Γιατί ούτε την ήττα στον εμφύλιο πόλεμο την ακολούθησε νομοτελειακά μια ιδεολογική ήττα, πράγμα που θα σήμαινε πλήρη και οριστική εξαφάνιση από τον πνευματικό μας χώρο των δυνάμεων εκείνων που διαμορφώνουν, βασανιστικά θέλετε, αργά, μα σταθερά μια νέα παλίρροια δυνάμεων και ιδεών, ούτε η ήττα είναι δυνατόν να ρίχνει πάντοτε τη βαριά σκιά της στο συσχετισμό των πολιτικών μας ροπών. Γι’ αυτό το τελευταίο δεν χρειάζονται ούτε καν επιχειρήματα την ώρα που στους δρόμους της Αθήνας και τής Ελλάδας βροντούν τα βαριά και ματωμένα βήματα της δημοκρατίας και μια οιστρηλατημένη νεότητα, γεμάτη ευθύνη και αγωνιστικό πυρετό παίρνει στα χέρια της τη σκυτάλη του παρόντος και του μέλλοντος. Για το μετασχηματισμό αυτό, που τον ζούμε κάθε μέρα όλοι μας, ξέρουμε πού πρέπει να αναζητήσουμε τις κινητήριες δυνάμεις του. Δεν είναι άλλες από τις δυνάμεις εκείνες που κινούν την Ιστορία και τον πολιτισμό για λογαριασμό της δημοκρατικής αριστεράς και που σπέρνουν ταυτόχρονα τον πνευματικό μας χώρο με τα φύτρα ενός φωτεινού μέλλοντος. Γιατί τάχα η ποίηση πρέπει να εξαιρεθεί απ’ αυτή τη (δύσκολη και επική πορεία πηρός τα μπρος, να κλείσει τα φτερά της και να μεταβληθεί σε ομφαλοσκοπούσα υπηρέτρια τής φιλοσοφίας, μιας φιλοσοφίας πεσσιμιστικής, που υπό το πρόσχημα της «απαλλαγής της από την κελυφοποιημένη συμβατικότητα», απολακτίζει τις κατακτήσεις όχι ετών, αλλά γενεών ποιητικής εμπειρίας; Γι’ αυτό η κατανόηση του προβλήματος της σύγχρονης ποίησής μας δεν εξοφλείται με ένα βιαστικό βλέμμα απάνω σε μια μικρή περίοδο κρίσης της, αλλά χρειάζεται μια εποπτικότερη ματιά ιστορικού χαρακτήρα, πού θ’ αποκαλύψει την πορεία της.

Η νέα μας ποίηση έχει περγαμηνές όχι ευκαταφρόνητες, σ’ αυτό συμφωνούμε όλοι. ’Έχει κατακτήσει σε πολλές περιπτώσεις μεγάλους ορίζοντες και αρδεύεται από ιδέες που διεκδικούν βάσιμα για τον εαυτό τους την ευθύνη να θρέφουν το λυρισμό και να εκφράσουν ποιητικά μιαν αντιφατική εποχή, όπου ο ουμανιστικός πυρετός πάσχιζε και πασχίζει να κατακαλύψει με την επίμονη προβολή του μηνύματος του το χάος και τη διάλυση των μορφών μέσα στην αστική κοινωνία. Απ’ αυτή την οπτική γωνία η προοδευτική μας ποίηση είναι μια ανθρωποκεντρική δημιουργία, που έταξε για τον εαυτό της σκοπό να σώσει ό,τι καλύτερο διαθέτει ο νεοελληνικός πολιτισμός. Είναι μια διάτορη λυρική κραυγή για τον άνθρωπο και το βαθύτερο χρέος του απάνω σε τούτη τη γη. Η νεότερη ποίησή μας, δεν ξεκίνησε ούτε φιλοδοξεί να τελειώσει τη σταδιοδρομία της σαν πολιτική κριτική από τα αριστερά για την αριστερά, όπως πάει να μας πείσει ο Λεοντάρης, άλλα σαν οδηγός και πλάστης της κοινωνικής συνείδησης. Υπό το πρίσμα αυτό τα περιθώρια του προοδευτικού στην ποίηση ευρύνονται αφάνταστα και καταξιώνεται ο δημιουργικός μόχθος του ποιητή σαν παράγοντα σφυρηλασίας ουμανιστικών άξιών.

H ποίησή μας μέσα στα τελευταία τριάντα χρόνια παρουσίασε πολλές φορές κρίσεις περιεχομένου όσες φορές ο ποιητής βρέθηκε σέ διάσταση με την εποχή του και τις ιδέες της. Και πρέπει να δεχθούμε γενναία ότι πολλοί καλόπιστοι δημιουργοί ζουν αυτή τη στιγμή σέ πλήρη διάσταση με την κοινωνία και την ιδεολογία τους, για λόγους ποικίλους, και ευεξήγητους. Ας θυμηθούμε το απάνθρωπο τοπίο της Καρυωτακικής ποίησης που τόσο γρήγορα καλύφτηκε από τις ουμανιστικές φωτοσκιάσεις της νέας προοδευτικής ποίησης που γεννιέται την αυγή ακριβώς της μεσοπολεμικής εποχής. Από το διαμαρτυρόμενο και σαρκαστή Καρυωτάκη, τον πολέμιο της τάξης του μέσα από τα τείχη, τον αρνητή, τον είρωνα, το στυγνό, θα έλεγα, λυρικό, που σε μερικές περιπτώσεις παίρνει τους λυγμικούς τόνους μιας τελειοποιημένης ανθρώπινης συνείδησης χωρίς ιδεολογική διέξοδο, βγαίνουν οι νεότεροι κορυφαίοι μας ουμανιστές που, έξω πια από τείχη, προβαίνουν σέ αναγνώριση του ποιητικού εδάφους, και βρίσκουν, σε αρμονία με την κοινωνική αγωνιστική, τη δική τους φωνή που θα τους εξοικειώσει με το κοινωνικό και ψυχικό τοπίο μιας νέας εποχής. Από την ποίηση του Καρυωτάκη βγαίνει ο ανθρωποκεντρικός-ουμανιστικός κλάδος της ποίησής μας που προμηθεύεται το ποιητικό του υλικό από την πραγματικότητα του προοδευτικού μας κινήματος,. Υπάρχει εδώ μια πολυσήμαντη μετάβαση από το απάνθρωπο και χωρίς διέξοδο ποιητικό τοπίο στην ευδία της ουμανιστικής ποίησης, που δείχνει αν όχι τίποτε άλλο, πόσο σφαλερή και μηχανιστική είναι η περιθωριοθέτηση της ποίησης με τα συρματοπλέγματα τού άγχους. Κι όταν αργότερα οι πολιτικές περιπέτειες (δικτατορία) τού τόπου περιόρισαν τη δυνατότητα του διαλόγου του ποιητή ανάμεσα στον εαυτό του και την ανθρώπινη ομάδα στην οποία, απευθύνεται, όταν η ποίηση έγινε ποίηση παθών και όχι εξαγγελτική μεγάλων εξάρσεων, η παρανομία της τέχνης δεν καταδίκασε την ποίηση στο άγχος ούτε η ήττα συνακολουθήθηκε από την ιδεολογική ήττα. Αντίθετα την κρίσιμη εκείνη στιγμή η ποίηση γυμνάζει και καλλιεργεί μια νέα ποιητική έκφραση που συμβολίζει την παρανομία της και την πλουτίζει σε βάθος. Οι σημερινοί κορυφαίοι μας αυτήν ακριβώς τη συγκεκριμένη εποχή κερδίζουν το ποιητικό τους έδαφος. Και η ποιητική αυτή ευφορία είναι εκείνη που αργότερα έθρεφε την αντιστασιακή και μεταντιστασιακή αγωνιστική ποίηση, που οι ιδέες της προϋπήρχαν εν σπέρματι στην προηγούμενη φάση της.

Αλλά το πρόβλημα της αντιστασιακής ποίησης απασχολεί με πολλή περίσκεψη τον προβληματισμό του Λεοντάρη. Την σχολιάζει ως εσωτερικά ανεπαρκή, αντιφατική, ουτοπική και βλέπει μέσα σ’ αυτή να καθρεφτίζεται η ανεπάρκεια της αντιστασιακής ιδεολογίας. Προγραμμάτισε ορισμένες κοινωνικές και πολιτιστικές κατακτήσεις «που μπαίνουν σέ αμφισβήτηση και κριτικό έλεγχο», κατά τον Λεοντάρη. Η ερμηνεία που πάει να δόσει στην αντιστασιακή ποίηση είναι μηχανιστική, κατά τη γνώμη μου. Δεν είναι ούτε οι ιδέες, ούτε το πάθος που της έλειψαν. Σέ όλες τις χώρες όπου οι λαοί αγωνίστηκαν η αντιστασιακή ποίηση λειτούργησε με τον ίδιο τρόπο. Ας μην ξεχνάμε όσα είπε ο Αραγκόν. Όταν η Γαλλία είχε ανάγκη από ποίηση παρορμητική, οι μορφές της νέας ποίησης ατόνησαν για να εμφανισθεί η ποίηση της παραδοσιακής μορφής, η εξαγγελτική της ελευθερίας, η μεγαλόστομη, η «μουσική με ταμπούρλα». Γιατί; Μα γιατί απομνημονευόταν εύκολα και μιλούσε στους πολλούς — πήγαινε να εξομοιωθεί με το θούριο και το τραγούδι. Αντιστασιακή ποίηση με τα σημερινά ποιητικά μέτρα δεν γίνεται. Το σάλπισμα ηχεί εξαγγελτικά μόνο στο πεδίο της μάχης. Σε χώρες όπου η αντιστασιακή ποίηση δεν κόπηκε βίαια, όπως συνέβη σε μας, γνώρισε μια άλλη φυσιολογική εξέλιξη, που την έφτασαν ως τις μέρες από ομαλό δρόμο. Σε μας έγινε, ύστερα από μια μακριά και βίαιη φίμωση, ποίηση μνήμης. Γυρίζοντας πίσω προς «το απελπισμένο σύνορο», έχοντας απορροφήσει το ποσοστό της από την πικρή εμπειρία της ήττας «πατώντας στα ίχνη των πράξεων της και σκοντάφτοντας συνεχώς στα φάσματα των παλιών της συγκινήσεων», όπως λέει κι ο Λεοντάρης, λειτούργησε αντιφυσιολογικά κ’ έγινε πικρός σαρκασμός και έλεγχος και «ζήτησε πίσω τα χρόνια της». Η μνήμη, σαν παράγοντας αλλοίωσης του παρελθόντος από τον υποκειμενικό παράγοντα, έχει παίξει κ’ εδώ το ρόλο της.

Αν υποθέσουμε ότι οι εμπειρίες οι σημερινές των ποιητών μας ίσχυαν σε μια αντιστασιακή περίοδο, με τι υλικό θα λειτουργούσε η αντιστασιακή ποίηση; Με αυτό που κυκλοφορεί σήμερα; Δεν το πιστεύω. Η ποίηση του πεδίου της μάχης θέλει απλούς και καθαρούς φθόγγους, σαν κλαγγές σπαθιών και σαν σαλπίσματα. Και οι ποιητές θα πρόσθεταν τη φωνή τους απλουστευμένη στην ιλιγγιώδη κίνηση του ανθρώπινου δυναμικού χωρίς ταλαντεύσεις. Από κείνη την ποίηση θα έβγαινε το κάτι άλλο, που θα μας έφερνε φυσιολογικά στο παρόν. Αλλά η δική μας Αντίσταση; η δική της ποίηση, κόπηκε με το μπαλντά. Και οι συσσωρευμένες πικρές εμπειρίες των «οικείων κακών», περασμένες από το καλειδοσκόπιο μιας καινούργιας εποχής, επιβαρυμένες από το ποσοστό της ήττας που βάρυνε κάπως περισσότερο απάνω μας, σε μια δεδομένη στιγμή έγινε, στη συνείδηση των νέων ιδίως ποιητών μας, η «καθολική τους αλήθεια», το δέντρο που τους σκέπασε τη θέα του δάσους. Γιατί πρέπει να δεχθούμε το σύμπτωμα σαν καθολική αλήθεια, τη στιγμή που αποτελεί μόνο ένα τμήμα της; Κι αν τα «λάθη» βαραίνουν τη συνείδηση μερικών σαν προπατορικό αμάρτημα, υπάρχει, ωστόσο, πέρα απ’ αυτή ένα αναπεπταμένο πεδίο αγωνιστικής ευδίας όπου και η τέχνη, και η ποίηση ειδικότερα, συμπαρατάσσουν αυτή τη στιγμή τις δυνάμεις τους. Και αυτό αρνούμαστε να το ιδούμε.

Θα γεννηθεί, ίσως, η υποψία ότι θέλουμε να βάλουμε την εποχή μας να υπαγορεύσει τους στίχους τους στους ποιητές μας, σύμφωνα με μια επιταγή της ιστορικής στιγμής. Λάθος. Οι ποιητές μας είναι ανάγκη να μας πουν όσα έχουν να πουν χωρίς περιορισμούς. Δεν ζητάμε από κανένα να κάνει τέχνη με τα όργανα στρατιωτικής μπάντας. Με τη διαφορά πως. δεν βλέπουμε στα εκφραστικά μέσα της ποίησης και στον ψυχισμό της μόνο την εικόνα και ομοίωση της ήττας γιατί δεν είναι αυτή που κυριαρχεί στο συνειδητό πεδίο τους. Επισημαίνουμε τις διαφορές ανάμεσα στις περιόδους του Ρίτσου, του Βρεττάκου, του Λειβαδίτη, βλέπουμε το κλίμα του ερμητισμού, αλλά διακρίνουμε και την ανάγκη μιας ποιητικής τους εκτόνωσης. Αυτό δεν σημαίνει όμως ούτε ότι έχασαν την ιδεολογία τους, ούτε ότι «τους κερδίζει η ποίηση» από τη στιγμή που φαίνονται στα μάτια μερικών να εγκαταλείπουν την ιδεολογία τους. Από τούς ποιητές μας ζητάμε να μας εκφράσουν ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς το ποιητικό της απόθεμα γιατί έχουμε τη βεβαιότητα ότι η ιδεολογία τους δεν τους εγκαταλείπει ούτε στιγμή. Ο Ρίτσος θα ήταν δυστύχημα να σταματούσε στην «Αγρύπνια» και να μη μάς έδινε τη «Σονάτα», το «Νεκρό σπίτι», το «Κάτω από τον ήσκιο τού βουνού», τα «12 ποιήματα για τον Καβάφη», τις «Μαρτυρίες», που είναι η πιο τέλεια άσκηση της ποιητικής του' ευαισθησίας, εκεί που η φωνή του δοκιμάζεται στην κόψη του ξυραφιού μιας «μη περαιτέρω» ποιητικής έκφρασης, Ωστόσο, πού είναι το τεκμήριο ότι ο Ρίτσος χάθηκε για την αγωνιστική ποίηση, την ποίηση που είναι παρόρμηση και παρηγοριά για το μαχόμενο πνεύμα και την εγρηγορούσα συνείδηση του πολίτη; «Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες» αποδεικνύει το αντίθετο. Κι ακόμα από πλευράς απήχησης της «στρατευμένης» αν θέλετε, ποίησης, στις ψυχές των ανθρώπων και ιδιαίτερα των νέων μας, ας κοιτάξουμε το πόσο ζει και συγκινεί ένα παλιό του ποίημα, με εικοσιεπτά χρόνια στην πλάτη του, ο «Επιτάφιος». Είναι τάχα απόδειξη ότι «ο ηρωισμός είναι κι αυτός μια αμφίβολη αξία, χωρίς ένα σίγουρο πειστήριο, οι έννοιες της ελευθερίας, της επανάστασης, έχουν χάσει το αντίκρισμα τους στην ιστορική αυτή φάση», όπως πάει να μας πείσει η «ποίηση της ήττας»;

Από τούς ποιητές μας, λοιπόν, δεν ζητάμε να προσαρμόσουν το στίχο τους στα βήματα της μάζας ώστε να προχωρεί σε ρυθμούς εμβατηρίου. Από τους ποιητές μας ζητάμε να τα πουν όλα, χωρίς να χάνουν το δάσος της ιδεολογίας τους από το δέντρο μιας περίπτωσης. Δεν μπορούμε, όμως, να δεχτούμε ένα κομμάτι της αλήθειας σαν καθολική αλήθεια, γιατί τότε δεχόμαστε μηχανιστικές εξηγήσεις του κοινωνικού και καθιερώνουμε το αμετακίνητο των καταστάσεων, ντύνοντάς τες με το ιδεολογικό σχήμα που μας συμφέρει. Κάνουμε, λοιπόν, έτσι δουλειά προκρούστη και κόβουμε ό,τι περισσεύει έξω από το ικρίωμα όπου ξαπλώνουμε για να ανατάμουμε την κοινωνία, την ποίηση ή ό,τι άλλο μας είναι βολικό να κρίνουμε. Όταν καθολικοποιούμε το άγχος και το μεταβάλουμε σε ιδεολογικό καθεστώς χωρίς να βλέπουμε την «Έξοδο με το άλογο», που την είδε ωστόσο η ποίηση με τη διαίσθησή της (Βρεττάκος) πριν την υποπτευθεί η κριτική, δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να μονιμοποιούμε το κλίμα της ήττας μέσα μας, όταν η ζωή την έχει αφήσει κιόλας πολύ πίσω και να την εξισώνουμε προς μιαν ανύπαρκτη ιδεολογική ήττα. Αλλά με τέτοιο υλικό μπορεί να τραφεί η ποίηση; Δεν το δέχεται κανείς, ούτε στην παραδοξολογία, και προπαντός οι ίδιοι οι ποιητές που νοιώθουν κάτι άπειρα πιο πολυδύναμο να κυοφορείται μέσα τους.

Η άλλη όψη του νομίσματος, νομίζω, πως συνειδητοποιεί καθαρά τα λάθη μιας κριτικής που πιστεύει στην κυριαρχία του άγχους. Είναι η περίπτωση του ποιητή Τ. Σινόπουλου, κριτικού των «Εποχών», που θέλησε να βγάλει πολιτικά συμπεράσματα από τα κείμενα των νέων ποιητών της Αριστεράς. Δεν θα τον ακολουθήσουμε στην άχαρη συμπερασματολογία του, ούτε θα προσπαθήσουμε να τον πείσουμε ότι η ποίηση των νέων της Αριστεράς δεν διηγείται «ατομικές περιπέτειες» που θα έδιναν την ευκαιρία στην «κριτική» του κ. Σινόπουλου να επιχαίρει για τις «περιπέτειες του προσώπου» μέσα στη φανταστική και προκατασκευασμένη από την ιδεολογική του τοποθέτηση μέγγενη ή αλυσίδα —όπως τη θέλει— «της προσαρμογής-σκοπιμότητας-ψεύδους-υποκρισίας-χρεωκοπίας». Οι απόψεις —δυστυχώς— του ποιητή Τάκη Σινόπουλου, έχουν υβριστικό και συκοφαντικό χαρακτήρα. ’Άλλωστε δεν μπορεί να λειτουργήσει μαζί του ο διάλογος, όπως δεν μπορεί να κουβεντιάσει κανείς με έναν που πιστεύει ότι το κέντρο της Γης αποτελείται από μαρμελάδα. Ωστόσο ένα είναι βέβαιο: ότι οι ποιητές της Αριστεράς, που το άγχος διασπαθίζει τους στίχους τους, βλέπουν με οργή και αγανάχτηση να γίνονται οι στίχοι τους αντικομματικά συνθήματα στα χέρια του κ. Σινόπουλου. Η αχρεία αυτή εκμετάλλευση, που γίνεται κατά σύστημα τελευταία, με το κλεισιοσκόπιο και την κάννη στραμμένη εναντίον της ιδεολογίας των ποιητών, δείχνει πώς αντιλαμβάνονται οι «ελεύθεροι κριτικοί» τους αναπαλμούς μιας ψυχικής ειλικρίνειας ορισμένων ποιητών μας και πόσο προσπαθούν να χυδαιοποιήσουν την εξομολόγησή τους, σκυλεύοντάς την προς όφελος του κόσμου που φεύγει. Άδικα, όμως, κλαίνε με τα κροκοδείλια δάκρυά τους. Μέσα από την παθητικότητα και την ειλικρίνεια της φωνής των νέων ποιητών της Αριστεράς βγαίνει κι όλας το εξαίσιο λυρικό μήνυμα ενός κόσμου που έρχεται. Αν δεν έχουν την ευαισθησία να τον προμαντεύσουν αυτό δείχνει πόσο σίγουρη, πόσο τελεσίδικη είναι η καταδίκη εκείνων που τους γνέφουν από την άλλη όχθη να πάνε μαζί τους για να τους ποδοπατήσουν τα όσια και τα ιερά τους.

ΤΑΣΟΣ ΒΟΥΡΝΑΣ

 

Ο Τάσος Βουρνάς (Αγριλόβουνο Μεσσηνίας 1913 - Αθήνα 15 Νοεμβρίου 1990) ήταν ιστορικός, δημοσιογράφος, μεταφραστής και κριτικός. Ήταν συμμαθητής του Αλέκου Σακελλάριου, με τον οποίο εξέδωσε μια μαθητική εφημερίδα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφησε σε περιοδικά της λογοτεχνίας και των τεχνών όπως η Επιθεώρηση Τέχνης, ενώ συνεργάστηκε με εφημερίδες του αριστερού κυρίως χώρου, ειδικά με την εφημερίδα Αυγή. Το 1962 αναγορεύτηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

Μετέφρασε έργα αρχαίων και βυζαντινών συγγραφέων, όπως τους μύθους του Αισώπου και το Χρονικό του Γεωργίου Φραντζή, κατά τη διάρκεια της επταετίας και με τα ψευδώνυμα "Β. Τάσος" και "Α. Ελευθερίου". Κεντρικό θέμα στο ιστοριογραφικό του έργο αποτέλεσε η νεότερη ελληνική ιστορία -την οποία κυκλοφόρησε σε έξι τόμους- η ελληνική Επανάσταση του 1821 αλλά και ζητήματα της ελληνικής Αριστεράς. Το 1987 πήρε την πρωτοβουλία για τη σύσταση επιτροπής αποκατάστασης της μνήμης των ελλήνων κομμουνιστών που διώχθηκαν από την ηγεσία του ΚΚΕ. Έγραψε τέλος τα σενάρια για τα ντοκιμαντέρ της Άννας Μποτοπούλου-Βουρνά «Λευκή Πολιτεία» (1979) και «Η Αθήνα που φεύγει» (1978). Πέθανε από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 77 ετών. (Πηγή: wikipedia)