1. Οι εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου ανέδειξαν ένα καινούργιο πολιτικό σκηνικό περισσότερο συντηρητικό σε σχέση με το προηγούμενο καθώς σήμερα δεν υπάρχει στη νέα Βουλή πολιτικό κόμμα που να αμφισβητεί την παραμονή της χώρας στο ευρώ ή να αγωνίζεται για άμεση απομάκρυνση από την ευρωζώνη και την ΕΕ. Το σύνολο της νέας Βουλής, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θεωρεί την παρουσία της χώρας στη ζώνη του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος δεδομένη και οποιαδήποτε άλλη επιλογή στην παρούσα φάση καταστροφική για τη χώρα και το λαό της.

Οι διαφορές μεταξύ των κοινοβουλευτικών δυνάμεων αφορούν στη διαχείριση της μνημονιακής πολιτικής καθώς χωρίς μνημόνια και δανειακές συμβάσεις η παραμονή μιας χρεοκοπημένης χώρας στην ευρωζώνη είναι αδύνατη. Η διαφοροποίηση του ΚΚΕ δεν αλλάζει τα προαναφερόμενα καθώς η πολιτική της ηγεσίας του δεν αμφισβητεί το στάτους κβο της χώρας όσο υπάρχει καπιταλισμός εναποθέτοντας τα πάντα στη σοσιαλιστική επανάσταση.

Οι καθαρές μνημονιακές δυνάμεις (πλην ΚΚΕ και Χρυσής Αυγής που καμία μεν σχέση δεν έχουν μεταξύ τους αλλά προσεγγίζονται διαφορετικά από μέρους μας λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών και ιδεολογικοπολιτικών τους χαρακτηριστικών) συγκεντρώνουν αθροιστικά στη νέα Βουλή ένα ποσοστό της τάξης του 81,05%, ανάλογο δηλαδή των ποσοστών του κλασικού δικομματισμού στην περίοδο προ της κρίσης.

2. Στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου για λόγους υποκειμενικούς (απογοήτευση από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων) και αντικειμενικούς (πλήρης οικονομική αδυναμία μετακινήσεων) η αποχή εκτοξεύθηκε στα ύψη. Με βάση τον αριθμό των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους (που σημειωτέον είναι πλασματικοί) εκτοξεύθηκε στο 43,44% του εκλογικού σώματος από 36,38% που ήταν στις εκλογές του περασμένου Ιανουαρίου. Δηλαδή παρουσιάζεται μια ποσοστιαία αύξηση της τάξης του 7,06% σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές που σε απόλυτους αριθμούς σημαίνει ότι στις εκλογές του Σεπτεμβρίου ψήφισαν 764.133 λιγότεροι ψηφοφόροι απ’ ότι τον Ιανουάριο. Πρόκειται για την μεγαλύτερη αποχή σε όλη την ιστορία των μεταπολιτευτικών εθνικών εκλογών. Μόνο στις ευρωεκλογές του 2009 η αποχή ήταν υψηλότερη, φθάνοντας το 47,37% του εκλογικού σώματος.

Η έκρηξη της αποχής επηρέασε και τα Λευκά/άκυρα ψηφοδέλτια που τον Ιανουάριο, αθροιστικά ήταν 149.484 και τον Σεπτέμβριο 134.445.

3. Στις τωρινές εκλογές του Σεπτεμβρίου ο ΣΥΡΙΖΑ έλαβε το 35,46% του εκλογικού σώματος, δηλαδή 0,88% μικρότερο ποσοστό από αυτό του Ιανουαρίου και 293.195 ψήφους λιγότερους από την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση. Φαίνεται δηλαδή ξεκάθαρα ότι η μετάλλαξη του σε μνημονιακή πολιτική δύναμη, η διάσπασή του και η αποχή τον επηρέασαν ανεπαίσθητα, γεγονός που μάλλον ερμηνεύεται από τον τρόπο που διαχειρίστηκε την όλη κατάσταση και από την αδυναμία των λεγόμενων αντιμνημονιακών δυνάμεων να προβάλλουν μια πειστική εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση υπέρ του λαού με άξονα και κεντρική επιδίωξη της την έξοδο από την ευρωζώνη και την αποδέσμευση από την ΕΕ. Για τις πλατιές λαϊκές μάζες η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ψήφο ανοχής σε μια δύναμη που έπεισε ότι διαπραγματεύεται με τους εταίρους και δεν είναι έτοιμη να παραδοθεί από την πρώτη στιγμή στους δανειστές. Οι ψηφοφόροι έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία (ψήφο ανοχής) στο κόμμα του Αλ. Τσίπρα να αποδείξει ότι έστω και στο πλαίσιο του μνημονίου δεν είναι το ίδιο με τα κόμματα που στο παρελθόν είχαν κυβερνητικές ευθύνες. Παράλληλα, ο εργαζόμενος λαός δεν έχει νιώσει από την ίδια του την πείρα το βάρος του τρίτου μνημονίου κάτι που ο ΣΥΡΙΖΑ το αξιοποίησε δεόντως προσφεύγοντας στην κάλπη πριν αυτό συμβεί. Είναι απολύτως βέβαιο ότι το επόμενο διάστημα θα δυσκολέψει πολύ για τον ΣΥΡΙΖΑ η διαχείριση της νέας μνημονιακής πολιτικής- όταν τα μνημονιακά μέτρα θα φτάσουν στο λαό. Το αστικό πολιτικό σύστημα, δηλαδή το σύνολο των μνημονιακών δυνάμεων, όσο κι αν είναι- μετά τις εκλογές- ομοιογενοποιημένο σε ζητήματα πολιτικής στρατηγικής θα δυσκολευτεί να διαχειριστεί τη λαϊκή αγανάκτηση. Η δύναμή του είναι ταυτόχρονα και η αχίλλειος πτέρνα του.

4. Η ΝΔ αύξησε ποσοστιαία τη δύναμή της κατά 0,29% σε σχέση με τον Ιανουάριο φτάνοντας το 28,10%. Σε απολυτούς αριθμούς έχασε σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές 192.671 ψήφους. Δηλαδή παραμένει μια σταθερή πολιτική δύναμη, ο δεύτερος πυλώνας του νέου δικομματισμού που είναι υπό διαμόρφωση. Το γεγονός ότι δεν αύξηση τη δύναμη της μετά την μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι οι ψηφοφόροι δεν την εμπιστεύονται περισσότερο από το κόμμα του Αλ. Τσίπρα ως διαχειριστή της πολιτικής των μνημονίων αλλά και δεν την απορρίπτουν. Η αστική τάξη έχει ανάγκη από το κόμμα της ΝΔ για να κρατάει την εξουσία και οπωσδήποτε θα συμβάλει στον μνημονιακό εκσυγχρονισμό της αποφεύγοντας όμως να ευνοήσει ισχυρούς εσωκομματικούς κραδασμούς.

5. Στο χώρο της παλιάς κεντροαριστεράς το ΠΑΣΟΚ φαίνεται πως έχει τον πρώτο λόγο. Το σχήμα ΠΑΣΟΚ- ΔΗΜΑΡ έλαβε το 6,28% του εκλογικού σώματος αυξημένο κατά 1,12% σε σχέση με το ποσοστό που είχαν λάβει αθροιστικά τα δύο κόμματα τον Ιανουάριο. Σε απόλυτους αριθμούς αυτό μεταφράζεται σε 21.892 περισσότερους ψήφους. Η εξέλιξη αυτή σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το ΠΟΤΑΜΙ του Στ. Θεοδωράκη υποχώρησε στο 4,09% (1,96% λιγότερο από τον Ιανουάριο) και κατά 151.759 λιγότερους ψήφους, καθιστά το κόμμα της κ. Γεννηματά σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων στο χώρο της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας. Ο χώρος αυτός αθροιστικά μπορεί να κινηθεί λίγο πάνω από το 10% καθώς η νέα κεντροαριστερά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και δεν υπάρχουν περιθώρια για κάτι καλύτερο. Εντούτοις οι διεργασίες στο χώρο του παλιού ΠΑΣΟΚ θα συνεχιστούν καθώς αποτελεί χρήσιμη εφεδρεία για το σύστημα και την διαιώνιση της αστικής μνημονιακής πολιτικής.

6. Το κόμμα των ΑΝΕΛ κατάφερε να επιβιώσει για άλλη μια φορά αν και έχασε 1,06% της δύναμής του και 92.888 ψήφους. Χωρίς αμφιβολία αποτελεί χρήσιμο εταίρο του ΣΥΡΙΖΑ στην εποχή της μνημονιακής μετάλλαξης και των δύο.

Η είσοδος στη Βουλή του Κόμματος του Β. Λεβέντη είναι απόδειξη ότι, παρά τις προσπάθειες των ηγεσιών των αστικών δυνάμεων, σ’ αυτές τις εκλογές ισχυρά διλήμματα δεν υπήρξαν. Μοιάζει μάλλον συγκυριακό φαινόμενο που προκύπτει από το γεγονός ότι η απογοήτευση και η απελπισία των μαζών σε συνθήκες κρίσης οδηγεί και σε τέτοιες ψήφους διαμαρτυρίας.

7. Ανησυχητικό είναι το φαινόμενο της σταθεροποίησης της δύναμης της Χρυσής Αυγής. Το ναζιστικό αυτό μόρφωμα παρουσιάζει μια ποσοστιαία αύξηση της τάξης του 0.94% αλλά σε απόλυτους αριθμούς υπολείπεται κατά 8.870 ψήφους της δύναμής του των εκλογών του Ιανουαρίου. Είναι φανερό ότι μόνο ένα ισχυρό εργατικό κίνημα κι ένα πραγματικό εργατικό κόμμα μπορούν να αντιμετωπίσουνε το φασισμό.

8. Το εκλογικό αποτέλεσμα του ΚΚΕ φανέρωσε την κρίση στην οποία βρίσκεται το κόμμα όσο κι αν η ηγεσία του προσπαθούσε να την αποκρύψει. Το ΚΚΕ εμφανίζει μια πλήρη στασιμότητα δυνάμεων. Το 5,55% που έλαβε στις εκλογές (αυξημένο κατά 0,08%) σε απολύτους αριθμούς ισοδυναμεί με 36.523 λιγότερες ψήφους από αυτές που έλαβε τον περασμένο Ιανουάριο. Τότε, δηλαδή μετά τις εκλογές του περασμένου Ιανουαρίου- που η ηγεσία του ΚΚΕ πανηγύριζε- σημειώναμε: «Το ΚΚΕ εμφανίζει μια σταθεροποίηση δυνάμεων γύρω από τον σκληρό πυρήνα της επιρροής του, δηλαδή γύρω από το 4,5% του εκλογικού σώματος. Η μικρή αριθμητική αύξηση των ψήφων του σε σχέση με τον Ιούνιο του ‘12 (60.911 ψήφοι) δεν προκύπτει από πουθενά ότι συνιστά επανασυσπείρωση- έστω και μικρή- παλαιότερων οπαδών του. Το σίγουρο είναι πως το ΚΚΕ έχασε ψηφοφόρους που τον Ιούνη του ’12 το ψήφισαν και κέρδισε άλλους είτε ως ψήφους διαμαρτυρίας είτε ως ψήφους δυσαρέσκειας από την δεξιά στροφή του ΣΥΡΙΖΑ είτε ως ψήφους στήριξης κάτω από το βάρος του φόβου ότι το κόμμα κινδύνευε να συρρικνωθεί επικίνδυνα λόγω του ρεύματος που εμφάνιζε ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε κάθε περίπτωση το ΚΚΕ έχει χάσει την επαφή του με τις ευρύτερες λαϊκές μάζες. Κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα αν ληφθεί υπόψη ότι στις ευρωεκλογές πήρε 11.000 ψήφους περισσότερους απ’ ότι στις εκλογές του Ιανουαρίου παρά το γεγονός ότι τον περασμένο Μάιο ψήφισαν 400.000, σχεδόν, λιγότεροι ψηφοφόροι απ’ ότι τώρα».

Χωρίς αμφιβολία το τωρινό εκλογικό αποτέλεσμα του ΚΚΕ βάζει επί τάπητος το ζήτημα της ανάληψης πρωτοβουλιών για το κόμμα της εργατικής τάξης για ένα πραγματικό μαρξιστικό- λενινιστικό κόμμα που θα τιμά της ιστορία του ΚΚΕ και θα ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες. Η ηγεσία του ΚΚΕ κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.

9. Η μη είσοδος της ΛΑΕ στη Βουλή είναι μια αρνητική εξέλιξη παρά τα σοβαρά προβλήματα, τις αδυναμίες, τις παλινωδίες και τους συμβιβασμούς αυτού του σχήματος. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το αδιέξοδο (όπως φάνηκε και εκλογικά) των άλλων σχημάτων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς βάζει επιτακτικά το καθήκον στους κομμουνιστές, στους μαρξιστές- λενινιστές, όπου κι αν βρίσκονται να συνεννοηθούν και να πρωταγωνιστήσουν τόσο για το κόμμα της εργατικής τάξης όσο και για το μέτωπο που πραγματικά χρειάζεται ο εργαζόμενος λαός.

Η πολιτική κατάσταση παραμένει ρευστή. Η κίνηση των μαζών προς την μία ή την άλλη πολιτική δύναμη έχει ισχυρά συγκυριακά χαρακτηριστικά. Η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου θα οδηγήσει σε νέες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις. Η Αριστερά που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κινείται σε αντιιμπεριαλιστική- αντιμονοπωλιακή- δημοκρατική κατεύθυνση έχει μπροστά της μια μοναδική ευκαιρία να ανασυγκροτηθεί, να αναβαπτιστεί μέσα στις μάζες και να αναγεννηθεί. Δεν πρέπει να την χάσει. Οι κομμουνιστές οφείλουν να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να μην τη χάσει.